Το απροσδόκητο τέλος της υπόθεσης “Σταυρούλα”

Κάποιο Σάββατο βράδυ στις αρχές του 2000 θα κρινόταν οριστικά η υπόθεση «Σταυρούλα»: Είχαν περάσει κάτι παραπάνω από τέσσερα χρόνια από τη στιγμή που την είδα σ’ εκείνο το πάρτι, την ερωτεύτηκα, φτιάξαμε τη… διήμερη σχέση, με απέρριψε δίχως εμφανή λόγο, πήγα και γύρισα άπραγος από τη Νάουσα, της έστειλα την ανθοδέσμη με τις ορχιδέες, βγήκαμε και πάλι, ξεχάσαμε αμοιβαία το περίπλοκο παρελθόν, μου έδειξε τον κυκλοθυμικό της εαυτό, υποψιάστηκα πως έχει άλλη σχέση, της έστελνα μηνύματα από άγνωστο τηλέφωνο και κλείσαμε ένα ακόμη ραντεβού στα τυφλά στο γνωστό νυχτερινό στέκι της νεολαίας στο Σύνταγμα…

Ολα, λοιπόν, ήταν έτοιμα και περίμενα με αγωνία την τελική της ετυμηγορία. Μόνο που αυτή τη φορά θα ήταν οριστική και αμετάκλητη. Την κούρασα αλλά κουράστηκα κι εγώ ο ίδιος. Τώρα που σκέφτομαι πια με την απαραίτητη χρονική απόσταση πιο καθαρά, νομίζω πως ο αρχικός, αγνός, κεραυνοβόλος και πνιγηρός έρωτας είχε περάσει και επιθυμούσα να μην αφήσω ανολοκλήρωτη μια τέτοια πολύχρονη, ίσως και… ψυχαναγκαστική περιπέτεια…

Αλλά πριν το κρίσιμο ραντεβού υπήρχε και ένας γάμος-της κόρης ενός οικογενειακού μας φίλου. Η άλλη, η αδιάφορη σχέση είχε πλέον τελειώσει, όχι όπως θα πίστευε κανείς από την πλευρά μου αλλά από τη δική της-συνήθως από ανθρώπους που υποτιμούμε την πατάμε… Ελεύθερος και (σχετικά) ωραίος πήγα σε κάποια εκκλησία που η μνήμη μου φρόντισε να σβήσει και κατόπιν στη δεξίωση, σε ένα κλαμπ της Βαρυμπόμπης. Δεν αγχωνόμουν καθόλου γιατί το ραντεβού στα τυφλά με τη Σταυρούλα ήταν κλεισμένο για μετά τα μεσάνυχτα. Μόνο όταν βρέθηκα σε μια ομήγυρη συνομηλίκων μου, παρέα με μια σημερινή πολύ γνωστή ηθοποιό και άλλα αξιόλογα και μορφωμένα παιδιά, κοίταξα το ρολόι μου: Πλησίαζε 11. Αποχαιρέτησα τη νύφη και τον γαμπρό, ζήτησα από τους γονείς μου να μου ευχηθούν καλή επιτυχία, μπήκα στο μικρό πράσινο Saxo και ξεκίνησα να συναντήσω τον έρωτα που με βασάνιζε εδώ και τέσσερα χρόνια…

Ο σκοτεινός δρόμος γεμάτος επικίνδυνες κλειστές στροφές δεν άφηνε την αγωνία μου για το ραντεβού να κυριαρχήσει: Αρκούσε μια απροσεξία για να γίνει το κακό… Και αυτό δεν άργησε να συμβεί, ευτυχώς όχι με επιπτώσεις για τη σωματική μου ακεραιότητα. Το αρχικό ταρακούνημα του αυτοκινήτου και το διαρκές τράβηγμά του προς τα δεξιά παρέπεμπε μάλλον σε ελαφριά ζάλη από το κρασί ή σε ανάγκη επείγουσας ζυγοστάθμισης. Οταν στάθμευσα κάπου πρόχειρα για να διαπιστώσω επιτέλους τι συμβαίνει, η εικόνα που αντίκρισα, με τα αλυχτίσματα των αδέσποτων σκυλιών, τη χαρακτηριστική καταχνιά, το απολύτως ερημικό τοπίο, την απουσία οποιασδήποτε διαφωτιστικής πινακίδας και την ανυπόφορη παγωνιά έμοιαζε με το εφιαλτικό τοπίο που είχε εμπνευστεί με ιδανικό τρόπο κάποιος πετυχημένος σκηνοθέτης ως σκηνικό για την πιο τρομακτική σκηνή ενός αγωνιώδους θρίλερ. Αλλά το περισσότερο τρομακτικό θέαμα με τον χρόνο να κυλάει αμείλικτα πλέον σε βάρος μου ήταν το ξεφούσκωτο εμπρός δεξιά λάστιχο…

Μόλις η απελπισία έδωσε τη θέση της στη λογική, κάλεσα τον πατέρα μου στο κινητό, μη μπορώντας φυσικά να του δώσω οδηγίες για το πού ακριβώς βρισκόμουν. Λίγες δεκάδες μέτρα από το προσωρινό μου πάρκινγκ είδα το θαμπό φως από κάτι που θύμιζε χάνι. Προχώρησα πεζή προς τα εκεί, σε μια απέλπιδα προσπάθεια πως κάποιος εκείνη τη δύσκολη στιγμή θα μου έτεινε χείρα βοηθείας. Δυο-τρεις παρέες όλες κι όλες μέσα στη χαμένη στο βουνό ταβέρνα. «Εχω μείνει από λάστιχο…» ψέλλισα σαν να απευθυνόμουν σε όλους…

Μερικές φορές η τύχη ή η ατυχία παίζει τα πιο παράξενα παιχνίδια, μιμούμενη ταινία με απρόβλεπτο σενάριο. Κι αυτή η συνειδητοποίηση είχε γίνει πια βίωμα με τις συνεχείς και απροσδόκητες ανατροπές στην υπόθεση της Σταυρούλας. Οταν μάλιστα δυο καλοσυνάτοι άνθρωποι έσπευσαν να σηκωθούν από το τραπέζι τους για να με βοηθήσουν και, κυρίως, όταν μου συστήθηκαν ως… ιδιοκτήτες βουλκανιζατέρ δεν ήξερα πλέον αν ήμουν τόσο τυχερός ή τόσο άτυχος…

Στα γρήγορα, μέσα στο ελάχιστο φως, απέδειξαν με τον καλύτερο τρόπο τη δεξιότητά τους και το δεκαχίλιαρο που έδωσα χωρίς να ζητήσουν έδειχνε εκείνη την ώρα η πιο μικρή και γλίσχρα ανταμοιβή για το… μεγαλείο της πράξης τους. Εν τω μεταξύ ειδοποίησα τον φίλο μου που ήδη βρισκόταν με τον δεσμό του στο τραπέζι και με περίμενε ότι θα αργούσα λίγο. Ευτυχώς τα απρόοπτα είχαν σωθεί και η ιστορία φαινόταν να φθάνει στο φινάλε της.

Μπήκα μέσα στο κατάμεστο κλαμπ. Εψαξα να εντοπίσω τον Νίκο και την κοπέλα του, τους βρήκα-σε ένα από τα καλύτερα μπροστινά τραπέζια του καταστήματος- και κάθισα μαζί τους. Ωσπου, λίγες μονάχα στιγμές αργότερα είδα σε απόσταση ούτε πέντε μέτρων τη Σταυρούλα. Καθόταν σε κοντινό τραπέζι με την ολιγομελή παρέα της, στην οποία κανένας για καλή μου τύχη δεν… έφερνε σε αγόρι της και απουσίαζαν οι ερωτικές διαχύσεις… Ηταν απλώς μια παρέα που γλεντούσε κάποιο σαββατόβραδο, μια συντροφιά που πιθανότατα δεν θα άφηνε μόνη της τη Σταυρούλα στη μυστηριώδη συνάντησή της με κάποιον φαινομενικά άγνωστο.

Μόλις φάνηκα στο οπτικό της πεδίο, πλησίασε προς το μέρος μου. Ευτυχώς η δυνατή μουσική δεν θα την άφηνε να ακούσει την καρδιά μου που πήγαινε να σπάσει: «Δεν πιστεύω να είσαι εσύ αυτός με τα μηνύματα…» μου είπε ψιθυριστά η Σταυρούλα. Κοιτώντας αμήχανα την παρέα της που έδειχνε μια απροσδιόριστη αγωνία για την εξέλιξη της κατάστασης και με ένα αδιάφορο στυλ τής απάντησα: «Σταυρούλα, τι κάνεις εδώ; Ποια μηνύματα; Τι σύμπτωση…». Μην με παρεξηγήσετε. Ημουν σε θέση άμυνας. Δεν είχα φανταστεί ποτέ δική της πρωτοβουλία. Αλλιώς είχα υπολογίσει και σχεδιάσει εκείνο το κρίσιμο βράδυ στο μυαλό μου. Επειτα από τη σύντομη συνομιλία μας και την απίστευτη δικαιολογία μου ότι βρέθηκα τυχαία εκεί κάθισα στο τραπέζι με το φιλικό ζευγάρι για να πιω κανένα ποτό, το οποίο αν μη τι άλλο θα μου έλυνε τη γλώσσα και θα μου χάριζε την απαραίτητη άνεση για την τελική (επανα)προσέγγιση!

Στην ελάχιστη ώρα που μεσολάβησε μέχρι να πάρω την απόφασή μου να την πλησιάσω δυναμικά παρατηρούσα συνεχώς την παρέα της: Αυτοί έμοιαζαν να έχουν περισσότερο άγχος από το δικό μου. Και κάποτε αποσύρθηκαν από το «κάδρο», αφήνοντας τη Σταυρούλα μόνη της να περιμένει το άγνωστο… πριγκιπόπουλο!!! Το ζευγάρι δίπλα μου με κοίταξε με νόημα: Η πολυπόθητη ώρα είχε φθάσει. Αρκούσε να πάω να καθίσω πλάι στη Σταυρούλα, να της εκμυστηρευθώ επιτέλους τον άσβηστο έρωτά μου και να περιμένω την καθοριστική της απάντηση. Αλλά ένα μούδιασμα σε όλο μου το κορμί με καθήλωσε. Ηταν αδύνατο ακόμη και να σηκωθώ όρθιος. Το σώμα μου πλέον δεν υπάκουγε. Οση ψυχική θέληση είχα να την πλησιάσω και να μοιραστούμε πώς πέρασε με τη σκέψη της σχεδόν μια πενταετία, αισθανόμουν υπερβολικά αδύναμος. Οι παροτρύνσεις των φίλων μου είχαν εξελιχθεί σε προσταγές: «Ε, μα, πήγαινε πια!».

Αν ήθελα να σας περιγράψω με ακρίβεια τον εαυτό μου, ήταν αρκετό να σας διηγηθώ αυτή την αλησμόνητη ιστορία. Ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ανετος στο να πάρω το τηλέφωνο της πλέον απρόσιτης κοπέλας σ’ ένα μπαρ και διστακτικός στο να ανταποκριθώ στο πιο φανερό ερωτικό κέλευσμα. Χαλκέντερος και ατρόμητος στα δύσκολα, αναβλητικός και αναποφάσιστος στα απλά. Ετοιμος για τις πιο σκληρές μάχες. Κιοτής σε 99,9% νικηφόρους αγώνες… Η ιστορία της ζωής μου…

Η Σταυρούλα με το πέρας της ώρας σηκώθηκε να φύγει. Εμεινα αποσβολωμένος να την κοιτάζω να απομακρύνεται. Και το όνειρο που απείχε μόλις τέσσερα μέτρα και τρεις κουβέντες μακριά χάθηκε. Είναι εξακριβωμένο πως αν βρισκόμουν και πάλι στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα και κάτω από παρόμοιες συνθήκες άλλες εκατό φορές θα της μίλαγα. Θα εξομολογούμουν το πάθος της για εκείνη. Και πιθανότατα σήμερα να είμαστε ένα ευτυχισμένο ζευγάρι με τη Σταυρούλα. Αλλά όταν μου δόθηκε η μοναδική, η ανεπανάληπτη ευκαιρία, φρενάρισα. Ακόμη και τώρα που αναπολώ εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί συμπεριφέρθηκα έτσι. Ισως, ο ανεκπλήρωτος έρωτας για τη Σταυρούλα να είχε σβήσει στο μεγάλο χρονικό διάστημα που πέρασε. Ισως πάλι και να ήταν κάτι σαν εκδίκηση του υποσυνείδητου στα όσα δυσάρεστα είχε προκαλέσει στον ευαίσθητο ψυχισμό μου η συγκεκριμένη κοπέλα.

Επειτα από περίπου έξι χρόνια καθόμουν και περίμενα έναν γιατρό στο πεζοδρόμιο της Σούτσου. Κοιτώντας αδιάφορα τους θαμώνες της καλοκαιρινής πλατείας Μαβίλη, είδα έξαφνα τη Σταυρούλα, οπωσδήποτε αλλαγμένη, να περνάει από μπροστά μου. «Στ…» πήγα να φωνάξω. Αλλά δεν είχε πια κανένα νόημα. Και την παρατήρησα χαμογελαστός να απομακρύνεται…

 

Ρένος Μπαλής