Σταυρούλα. Ενα μάλλον αντιερωτικό όνομα. Πλην όμως ο έρωτας για τη Σταυρούλα μόνο ψευδαίσθηση δεν αποτελούσε. Και ήταν πράγματι κεραυνοβόλος…

Το πάρτι στην περιοχή των Πατησίων που με έψηνε όλη τη μέρα ο φίλος μου ο Γιάννης για να πάμε θα είχε προσκεκλημένες από κάποιο αμερικάνικο κολέγιο-ελκυστική προοπτική το δίχως άλλο.

Υστερα από τις πρώτες αναγνωριστικές ματιές, το βλέμμα μου κοντοστάθηκε σε μια καστανόξανθη παρουσία. Στην αρχή δειλά και κατόπιν ολοένα και πιο φανερά την παρατηρούσα προσεκτικά: τις κινήσεις της, τους τρόπους της, τα ελάχιστα βήματά της στο ασφυκτικά γεμάτο διαμέρισμα. Ακόμη και σήμερα, 18 χρόνια μετά, δεν θυμάμαι τι ακριβώς με εντυπωσίασε στην κοπέλα με το μάλλον κανονικό προς ψηλό ανάστημα, τα όχι ιδιαίτερα κολακευτικά ρούχα και τα όχι ξεχωριστά και σπάνια χαρακτηριστικά του προσώπου της. Εκείνο που μου έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου είναι η σχεδόν αφύσικη έλξη που μου προκάλεσε αμέσως, η προσωποποίηση του κεραυνοβόλου έρωτα!!!

Ετσι, όταν διαπίστωσα πως ετοιμαζόταν να αποχωρήσει έβαλα το μυαλό μου να δουλέψει στις χίλιες στροφές: Δεν έπρεπε με τίποτα να τη χάσω γιατί μη γνωρίζοντας καν τους ιδιοκτήτες του σπιτιού και τους διοργανωτές του πάρτι, πώς θα την έβρισκα ξανά; Κατέβηκα τις σκάλες σχεδόν… κουτρουβαλώντας για την προφθάσω και ίσα που πρόλαβα να τη δω να περιμένει στο ερημικό στενό της Πατησίων για ταξί. Ηλπιζα βαθιά μέσα μου πως θα είχε τη δικιά μου τύχη (;) με τους ταξιτζήδες και πως μια καθυστέρηση έστω λίγων λεπτών θα μου προσέφερε τη μοναδική ευκαιρία να της μιλήσω. Αλλά το κίτρινο αυτοκίνητο που φρέναρε μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας και στο οποίο επιβιβάστηκε ήταν πράγματι ταξί…

Επέστρεψα στο πάρτι απελπισμένος. Σκέφθηκα κάτι που με τρόμαξε: «Εφυγε ο έρωτας της ζωής μου…». Καλά, πώς μου ήρθε αυτό; Ερωτας ζωής μια… μη γνωριμία σχεδόν μιας ώρας; Αλλόκοτο… Κοιτούσα γύρω μου τον άγνωστο κόσμο που χόρευε και συζήταγε χαμογελαστά και φλερτάριζε ασύστολα αλλά τίποτε δεν ήταν δυνατό να απορροφήσει τη σκέψη μου από την καστανόξανθη-χωρίς όνομα προς το παρόν-παρουσία. Και ο φίλος μου που ήδη είχε βαρεθεί με τσίγκλαγε να φύγουμε. Ζήτησα την αναγκαία πίστωση χρόνου. Παρατηρώντας τον νεαρόκοσμο είδα έναν γεμάτο τυπάκο με γυαλιά. Αρχισα να θυμάμαι… Αυτόν είχα προσέξει να της μιλάει τελευταίος πριν την κυνηγήσω μέχρι την έξοδο. Οπλίστηκα με όσο θάρρος μπορούσα και τον πλησίασα. Με ευγένεια και πειθώ τον ρώτησα αν μπορούσε να μου δώσει κάποιες πολύτιμες πληροφορίες που θα με οδηγούσαν ξανά στα βήματά της. Δεν γνωρίζω και δεν έμαθα ποτέ αν για την ανοιχτόκαρδη συμπεριφορά του ευθυνόταν το ουίσκι ή ο εξωστρεφής χαρακτήρας του. Αλλά και πάλι τι με ενδιέφερε…

Ο παχουλός νεαρός μού αποκάλυψε πρόθυμα πως την έλεγαν Σταυρούλα και ήταν φίλη της αδερφής του. Και η τελευταία βρισκόταν ακόμη στο πάρτι… Αναθάρρησα. Τώρα πια υπήρχε ελπίδα ότι θα ξανάβρισκα τον φευγαλέο μου κεραυνοβόλο έρωτα!

Η Ηλιάνα, αδερφή του καλόκαρδου νεαρού και κολλητή της φίλη, ήταν σαφής και εξυπηρετική. «Να της μιλήσω της Σταυρούλας για σένα ευχαρίστως» μου είπε και συνέχισε: «Αλλά πρόσεξε, είναι κάπως… περίεργη. Θα έχεις μια και μόνη ευκαιρία να την προσεγγίσεις. Αν κάνεις λάθος και κάτι την… ξενερώσει την έχασες. Αλλά μια ευκαιρία θα στη δώσει» μου επανέλαβε. «Δώσε μου το τηλέφωνό σου για να σε πάρει…».

Η προοπτική ενός τηλεφωνήματος από τον έρωτά μου, την πολυπόθητη Σταυρούλα, ήταν αληθινά ονειρεμένη. Ομως, με προβλημάτιζε ήδη το πιθανό λάθος που θα την απομάκρυνε για πάντα από κοντά μου. Και δεν ήξερα τι σήμαινε «λάθος» για τη Σταυρούλα.

Πέρασε ένα Σαββατοκύριακο-μπορεί και περισσότερο. Στη ζωή μου υπήρχε μια πληκτική σχέση που (πίστευα ότι) όδευε προς το αναπόφευκτο τέλος της. Και όταν χτύπησε το τηλέφωνο στο πατρικό μου και το σήκωσα ακούγοντας μια άγνωστη φωνή να μου συστήνεται σαν Σταυρούλα, ο βαρετός δεσμός μου που όμως υφίστατο ακόμη βρισκόταν δίπλα στο ακουστικό. «Με ζήτησες. Είμαι η Σταυρούλα» μου είπε κοφτά η «φωνή». Και πάλι έπρεπε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να πάρω μια σημαντική απόφαση. Προφασίστηκα μια δικαιολογία, η Σταυρούλα μού έδωσε το τηλέφωνό της και της υποσχέθηκα πως θα την έπαιρνα κάποια άλλη στιγμή.

Και η άλλη στιγμή ήταν ένα μεσημέρι από το σπίτι του φίλου μου του Γιάννη στην Αγ. Παρασκευή. Πνιγμένος από το άγχος, μασώντας τα λόγια μου και επιχειρώντας να είμαι όσο γίνεται πιο ολιγόλογος για να αποφύγω το… μοιραίο λάθος, τη βρήκα και ξεκίνησα μια γενικόλογη συζήτηση περί ανέμων και υδάτων. Της περιέγραψα συνοπτικά τον εαυτό μου, την άκουσα να μου μιλάει για εκείνη και αποφασίσαμε να βρεθούμε. Μπροστά από το President, στην Κηφισίας. Ο αναστεναγμός ανακούφισης που συνόδευσε την ολοκλήρωση του τηλεφωνήματος σήμαινε ότι μέχρις εκεί τα πράγματα είχαν εξελιχθεί ομαλά. Ομως, ένας ακόμη γρίφος είχε αρχίσει να μου δημιουργεί προβληματισμό. Επρόκειτο για ένα ξεκάθαρο ραντεβού στα τυφλά. Και αν εκείνη περίμενε άλλον; Και αυτή η δυσοίωνη σκέψη αποδείχθηκε σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Που θα με βασάνιζε μετρώντας αντίστροφα ο χρόνος μέχρι το καθοριστικό ραντεβού, όπου και θα κρίνονταν όλα…

 

(συνεχίζεται την επόμενη εβδομάδα)

Ρένος Μπαλής