ΔΕΚΑΟΧΤΟΥΡΑ (Streptopelia decaocto)

Ισως το πιο συνηθισμένο πουλί των πόλεων, μετά τον Σπουργίτη. Εχει ανοικτό καφέ χρώμα, με σκουρότερα πτητικά φτερά, ρόδινο στήθος, μαύρο «κολλάρο» στο λαιμό και λίγο γκρίζο στις φτερούγες και την κοιλιά. Η ασπρόμαυρη ουρά διακρίνεται έντονα όταν το πουλί απογειώνεται ή πετάει, και τη σηκώνει χαρακτηριστικά όταν προσγειώνεται με τις φτερούγες λυγισμένες προς τα πίσω. Οταν επιδεικνύεται, σηκώνεται στον αέρα σχεδόν κάθετα, φθάνει σε μεγάλο ύψος και από κει κατεβαίνει αργά, με ορθάνοιχτη ουρά και ακίνητες φτερούγες. Τρέφεται στο έδαφος, όπως και τα περιστέρια – με τα οποία συχνά την μπερδεύουν – κυρίως με σπόρους. Οπου η τροφή είναι άφθονη, συναντάται σε κοπάδια. Η φωνή της είναι χαρακτηριστική. Δεν συναντάται στα νησιά του Αιγαίου, αλλά αφθονεί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Μήκος: 28 εκ.

ΚΟΥΚΟΣ (Cuculus canorus)

Συνηθισμένο πουλί στα δάση με ξέφωτα και σημεία με θάμνους και φτέρες. Υπάρχουν δύο χρωματικές ποικιλίες, μία καφεκόκκινη ραβδωτή και μία γκριζοκαφέ, πιο συνηθισμένη. Οταν πετάει, μπορεί να τον μπερδέψει κανείς με μικρό αρπακτικό, αλλά οι φτερούγες του είναι πολύ πιο μυτερές, η ουρά στρογγυλεμένη και το κεφάλι στενό με λεπτό ράμφος, που συχνά κρατάει ανασηκωμένο. Πετάει γρήγορα και χαμηλά. Η γνωστή φωνή του αρσενικού ακούγεται συχνά, χωρίς το πουλί να φαίνεται. Τρέφεται αποκλειστικά με έντομα. Είναι παρασιτικό πουλί, δηλαδή αφήνει τα αβγά του στις φωλιές άλλων πουλιών, όπως του Μυγοχάφτη, του Κοκκινολαίμη, της Σουσουράδας κ.λπ., που με τη σειρά τους μεγαλώνουν τους μικρούς Κούκους. Οι νεαροί Κούκοι, από πολύ νωρίς πετούν από τη φωλιά τα αβγά ή τους νεοσσούς των θετών γονέων, ώστε να μην υπάρχει ανταγωνισμός για την τροφή. Ξεχειμωνιάζουν στην Αφρική και επιστρέφουν στην Ελλάδα τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Μήκος 38 εκ.

ΓΚΙΩΝΗΣ (Otus scops)

Συνηθισμένο πουλί σε καλλιεργημένες εκτάσεις με σκόρπια δέντρα, δασωμένους λόφους, πάρκα και ακόμα μέσα σε χωριά και σε πόλεις, όπου η χαρακτηριστική φωνή του ακούγεται τις νύχτες, χωρίς το ίδιο το πουλί να φαίνεται. Την ημέρα κουρνιάζει στα κλαριά των δέντρων, κοντά στον κορμό. Είναι πολύ μικρό είδος κουκουβάγιας, κάπως λεπτόσωμο, με τούφες σαν αφτιά, που διασπούν το περίγραμμά του, μεγάλα μάτια και συγκριτικά μακριές φτερούγες. Εχει κρυπτικό γκριζοκαφετί χρωματισμό με πολλά σκούρα σχέδια, ενώ τα καφετιά πουλιά είναι πιο σπάνια. Τα λευκά σχέδια στους ώμους ξεχωρίζουν έντονα. Στέκει κάπως όρθιο, ιδίως όταν φοβάται, οπότε μαζεύει τα φτερά, σηκώνει τις τούφες στο κεφάλι και μοιάζει με κούτσουρο. Καμιά φορά φωνάζει και την ημέρα. Σε πολλά μέρη μένει όλο το χρόνο, ενώ τα περισσότερα πουλιά φεύγουν τον Οκτώβριο και επιστρέφουν τον Απρίλιο. Τρέφεται κυρίως με έντομα. Μικρά τρωκτικά ή πουλιά αποτελούν ελάχιστο μέρος του διαιτολογίου του. Μήκος: 19 εκ.

ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ (Athene noctua)

Συναντάται σε ανοικτές καλλιεργημένες εκτάσεις στις παρυφές και ξέφωτα δασών, σε λόφους με συστάδες δέντρων, συχνά κοντά σε ερείπια ή τοίχους και μέσα σε πόλεις ή χωριά όπου υπάρχουν χαραμάδες κατάλληλες για φώλιασμα. Δραστηριοποιείται κυρίως το σούρουπο και την αυγή, αλλά μπορεί να τη δει κανείς οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Το πάνω μέρος του σώματος είναι σκούρο καφέ με πολλές βούλες και η κοιλιά λευκή με πολλά καφέ σχέδια. Τα νεαρά είναι σκουρότερα με λιγότερες βούλες. Συνήθως στέκεται ακίνητη σε εμφανή σημεία και όταν ενοχληθεί, κουνάει πάνω κάτω το κεφάλι και τινάζει την ουρά της. Πετά κυματιστά. Τρέφεται με τρωκτικά, μικρά πουλιά, έντομα, σκουλήκια και σαύρες. Είναι από τα πιο κοινά πουλιά στην Ελλάδα και συναντάται σχεδόν παντού, εκτός από πολύ πυκνά δάση ή ψηλά βουνά. Μήκος: 22 εκ.

ΣΑΧΤΑΡΑ (Apus apus)

Μοιάζει με χελιδόνι αλλά είναι μεγαλύτερη, με σκούρο χρώμα και μακρύτερες φτερούγες, ενώ η διχαλωτή ουρά είναι κοντύτερη. Περνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της πετώντας και είναι ικανή να αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες. Το σκούρο καφέ χρώμα που από μακριά φαίνεται μαύρο, ανοιχτόχρωμο πηγούνι και λαιμό. Πετάει με ορμή και μεγάλη ταχύτητα, με τρεμουλιαστές κινήσεις των πτερύγων. Σχηματίζει αεικίνητα, θορυβώδη κοπάδια, ιδίως το απόβραδο, φωνάζοντας δυνατά με την ισχυρή, τσιριχτή φωνή της. Ερχεται τον Απρίλιο και φεύγει τον Σεπτέμβριο, σπάνια μένει ως τον Οκτώβριο. Φωλιάζει σε κεραμίδια σπιτιών και ερειπίων, σε πόλεις και στην εξοχή, ιδίως σε παλιές συνοικίες, σταύλους και καμπαναριά. Τρώει ιπτάμενα έντομα που πιάνει στον αέρα, καθώς πετά με ανοιχτό το μεγάλο της στόμα, που χρησιμοποιεί σαν παγίδα. Μήκος: 16 εκ.

ΚΑΤΣΟΥΛΙΕΡΗΣ (Calerida cristata)

Εχει δυνατό, κοντόχοντρο σώμα, με κινητό λοφίο στο κεφάλι και κάπως μακριά πόδια και ράμφος. Το πέταγμα είναι κυματιστό και βαρύ. Συναντάται σε ανοιχτές εκτάσεις, χωράφια, ημιερήμους, αμμουδιές και λιβάδια. Το λοφίο ανυψώνεται συχνά και διακρίνεται έντονα όπως και τα μαύρα στίγματα στο στήθος. Τα νεαρά πουλιά έχουν κοντύτερο λοφίο, είναι πιο ανοιχτόχρωμα, με περισσότερα στίγματα και η ουρά είναι λιγότερο καφεκόκκινη. Ανυψώνεται κάθετα προς τον ουρανό, κελαηδώντας, ενώ άλλοτε πετάει χαμηλά σε μικρά κοπάδια και κάθετα στο έδαφος ή στους βράχους. Το κελάηδημά του είναι δυνατό και μελωδικό. Τρέφεται με σπόρους, βλαστούς και έντομα. Μήκος: 17 εκ.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ (Delichon urbica)

Πασίγνωστο πουλί με μαύρο το πάνω μέρος του σώματος και λευκό το κάτω, από το πηγούνι ως την ουρά. Τα δύο χρώματα διαχωρίζονται πιο έντονα στα ενήλικα πουλιά, ιδίως στο κεφάλι. Εχει τριγωνική, ψαλιδωτή ουρά και το κάτω μέρος των πτερύγων είναι μαύρο, ενώ χαρακτηριστικό είναι το άσπρο ουροπτερύγιο. Τα Χελιδόνια μαζεύονται σε κοπάδια, συνήθως πάνω σε καλώδια, πριν τη μετανάστευση. Πιάνουν έντομα στον αέρα πετώντας ψηλά ή και χαμηλά πάνω στο νερό. Φτιάχνουν τις φωλιές τους σε κεραμίδια ή μπαλκόνια και επιστρέφουν στις ίδιες φωλιές κάθε χρόνο. Μήκος 13 εκ.

(Πηγή: ΚΟΙΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ, Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας)