Χάρης Μελιτάς

Κανείς δεν τον θυμόταν σ’ ένα μήνα.
Οι συγγενείς, βεβαίως, με το δίκιο τους.
Ας φρόντιζε να αφήσει μια κατάθεση,
ένα στρωμένο μαγαζί,
ένα δικό του σπίτι.
Αλλά και τα παλιά του αντικείμενα;
Εκείνα τα βιβλία προπαντός
που πίνανε παρέα όλη νύχτα;
Οι χάρτινες φιγούρες που περίμεναν
να παίξουνε με το άλλο του μισό
ακόμα μια αμφίρροπη παρτίδα;
Το ράδιο που χάλαγε
τις Κυριακές τον κόσμο;

Ολα απρόσιτα, βουβά,
διπλά σεντόνια σκόνης τυλιγμένα.
Εμεινε ο κούκος να τον κλαίει τα μεσάνυχτα.
Μονός και μόνος.