Κρητικό θέατρο 16ος – 17ος αιώνας

Η πραγματική Ιστορία του Θεάτρου στη νεότερη Ελλάδα σχετίζεται με την Κρήτη και τις μορφές έκφρασης που το Θέατρο έλαβε εκεί, σε άμεση συνάρτηση και αναφορά προς τα ευρωπαϊκά δεδομένα της όψιμης ιταλικής Αναγέννησης. Λόγιο αστικό δημιούργημα το Κρητικό Θέατρο, προϊόν συγκεκριμένων ιστορικοκοινωνικών συνθηκών που δημιουργούνται στην Κρήτη μετά την απώλεια της Κύπρου για τους Βενετούς και την αναγκαστική αναδίπλωσή τους στην Κρήτη

Το κεφάλαιο του κρητικού θεάτρου είναι, από δραματουργική άποψη, ιδιαίτερα σημαντικό γιατί εγκαθίσταται στον ελληνικό χώρο μια ντόπια παράδοση κλασικίζουσας δραματουργίας η οποία παραμένει πρότυπο επί δύο τουλάχιστον αιώνες.

Οι ποιητές των οκτώ ελληνικών έργων που έχουν σωθεί ολόκληρα ανήκουν είτε στην κρητική Αριστοκρατία, είτε είναι γαιοκτήμονες και αστοί στην υπηρεσία των βενετικών αρχών, διαθέτουν τη συνηθισμένη για την εποχή ουμανιστική μόρφωση και παρακολουθούν με άνεση την ιταλική λογοτεχνική κίνηση της εποχής τους. Αλλά μόνο η τραγωδία και το θρησκευτικό δράμα ακολουθούν συγκεκριμένα ιταλικά πρότυπα τα οποία αποτελούν έργα αυτοτελή, συχνά ανώτερης αισθητικής αξίας από τα πρότυπά τους.

Στην τραγωδία, αν και οι ομοιότητες μεταξύ των κρητικών και των προγενέστερων ευρωπαϊκών έργων είναι προφανείς (Ερωφίλη-Orbecche, Βασιλεύς ο Ροδολίνος-IlreTorrismondo), η προσωπικότητα των κρητικών δημιουργών παρεμβαίνει καθοριστικά και προσαρμόζει το τραγικό ύφος στις προσλαμβάνουσες του συγκεκριμένου κοινού στο οποίο απευθύνεται, απαλύνοντας ή εξοβελίζοντας τα στοιχεία εκείνα που αντιβαίνουν στην ψυχοσύνθεση και τη νοοτροπία του.

Ενα από τα σωζόμενα έργα αυτής της περιόδου  είναι και η «Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτση  που σώζεται σε τρία αντίγραφα και γράφτηκε περίπου στα 1600 (πρώτες εκδόσεις 1637 και 1676). Η καλύτερη και πληρέστερη εκδοχή του κειμένου βρίσκεται σε ένα χειρόγραφο  που φυλάσσεται σήμερα στο  Birminham. [1]. Πρότυπό του είναι η ιταλική τραγωδία «Orbecche» τού  GianbattistaGiraldi  Cinthio (1549), ενώ υπάρχουν και κάποιες ομοιότητες με το έργο «Filostrato e Pamfila» του AntonioCammelliilPistoia (1508).

Ο ποιητής Γεώργιος Χορτάτσης στην ακμή της δημιουργικότητάς του έγραψε την Ερωφίλη, την Πανώρια και τον Κατσούρμπο, όταν η πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση στη βενετοκρατούμενη Κρήτη βρίσκονταν στο ζενίθ της δικής της ακμής. «….Η Ερωφίλη είναι μια από τις λίγες στέρεες γέφυρες ανάμεσα στον γραπτό και τον προφορικό πολιτισμό στη σύγχρονη Ελλάδα (…..) ουσιώδες τμήμα της πολιτισμικής παράδοσης της σύγχρονης Ελλάδας».

Η Ερωφίλη αποτελείται από 3.205 στίχους, πρόλογο (τον οποίο λέει ο Χάρος), πέντε πράξεις με ισάριθμα χορικά και τέσσερα ιντερμέδια, που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις πράξεις του έργου.

Η πλοκή του έργου βασίζεται σε μία συμμετρική  τριγωνική δομή, στο καθένα από τα κύρια πρόσωπα αντιστοιχεί και ένας έμπιστος και η εσωτερική συμμετρία της τραγωδίας από το Α’ στο Β’ μέρος χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και επαναλήψεις: στο πρώτο μέρος βρίσκεται σε πλάνη ο Πανάρετος, στο Β’ μέρος η Ερωφίλη, ενώ ο Βασιλιάς και στα δύο μέρη. Παρατηρούμε ότι ο Βασιλιάς δεν γνωρίζει τα όρια της δύναμής του δηλαδή δεν μπορεί να καταστρέψει τον δεσμό του Πανάρετου και της Ερωφίλης που διαρκεί και πέρα από τον θάνατο και έτσι η νίκη του Βασιλιά κατά του έρωτα αποκαλύπτεται ως καταπάτηση του δικαίου.

Στο έργο ο έρωτας ξεπερνά όλα τα κοινωνικά φράγματα, ενώνει τους ερωτευμένους ακόμα και στον θάνατο και τιμωρεί τον άδικο τύραννο που δεν τον σέβεται. Η αναγεννησιακή φιλοσοφία της απόλυτης δύναμης του Ερωτα υπερβαίνει τη φιλοσοφία του μεσαίωνα και του μπαρόκ δηλαδή την εμμονή στον θάνατο και στη ματαιότητα, ως αγάπη για τη ζωή, «βιοφιλία», που υμνείται από τον χορό στο πρώτο χορικό. Ο πραγματικός αντίπαλος του θανάτου (της Μοίρας) είναι ο έρωτας που δεν αναγνωρίζει κοινωνικές διακρίσεις ή συμβάσεις. Ο Βασιλιάς συμπεριφέρεται άδικα όταν συγκρούεται με τους νόμους του παντοδύναμου Ερωτα και οι κορασίδες τον τιμωρούν γι’ αυτή την παράβαση.

Οι αρετές του έργου είναι πολλές καθαρά λογοτεχνικές, πρώτα γλώσσα υψηλή, στίχος έντεχνος και μια λογοτεχνική μαστοριά που μας φέρνει ξαφνικά πολύ πιο πέρα από την κοινή στάθμη των έργων του πρώτου μισού του 17ου  αιώνα.

Ενδιαφέρον στοιχείο της διασκευής του προτύπου είναι και η εισαγωγή του στοιχείου της εξέγερσης των γυναικών, που δεν υπάρχει στο ιταλικό πρότυπο, και απηχεί το ενδιαφέρον του Χορτάτση για την αναβάθμιση του ρόλου του γυναικείου φύλου.

Το έργο έχει επίσης και θεατρικές αρετές δηλαδή ο ποιητής ξέρει να δημιουργεί θεατρική φαντασίωση και να πυκνώνει ολοένα και περισσότερο όσο προχωρεί η δράση το δραματικό ενδιαφέρον. Η μεγάλη σκηνή της Δ’ πράξης, όπου βρίσκονται αντιμέτωποι η Ερωφίλη και ο πατέρας της, φέρνει σε σύγκρουση και τους δύο αντίθετους κόσμους του έργου και είναι γεμάτη από δραματικό πάθος.

Οι τεχνικές και στρατηγικές της κλασικίζουσας δραματουργίας αποτελούν ένα σύστημα τεχνασμάτων, τα οποία επιτρέπουν να στηθεί σε μονοτοπική σκηνή και σε χρόνο συνετό (της μιας μέρας) μια υπόθεση λογικοφανής, με τέτοιον τρόπο ώστε ο θεατής να μπορεί να παρακολουθήσει χωρίς κόπο, με ευχαρίστηση, γιατί είναι πάντα καλύτερα πληροφορημένος από τα σκηνικά πρόσωπα.[2]

Τα βασικά σημεία τα οποία επιτρέπουν στον θεατή την απρόσκοπτη και ενιαία επικοινωνία και πληροφόρηση είναι: η πιθανοφάνεια του διαλόγου της «έκθεσης», οι γλωσσότυποι εισόδου και εξόδου και οι στρατηγικές πρόσθετης πληροφόρησης. Στην «Ερωφίλη» η «έκθεση» γίνεται σε δύο δόσεις: α) είναι η επίσημη έκθεση των ανδρών στη σκηνή Α’, β’ και β) η ανεπίσημη στον κόσμο των γυναικών στη σκηνή Β’ β’. Η φόρμουλα εξόδου χρησιμοποιείται στην Ερωφίλη αρκετά περίτεχνα, όπως και οι είσοδοι με μια αξιοσημείωτη ποικιλία. Επίσης με την τεχνική της αναγγελίας δίνει σύνθετες πληροφορίες στον θεατή.

Ο  Γ. Χορτάτσης στην «Ερωφίλη» έχει εξυφάνει ένα λεπτό και πυκνό δίκτυο από εντάσεις, θεματικές ενότητες και μοτίβα που δημιουργούν και διατηρούν την ένταση από την αρχή ως το τέλος του έργου, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.

Η γλώσσα της «Ερωφίλης» βασίζεται στην κρητική διάλεκτο χωρίς τα μεσαιωνικά γλωσσικά στοιχεία των προγενέστερων κρητικών λογοτεχνικών κειμένων. Οπως όμως ισχύει για όλα τα έργα της κρητικής λογοτεχνίας της ακμής, η γλώσσα δεν είναι η λαϊκή ομιλούμενη, αλλά ένα επεξεργασμένο λογοτεχνικό γλωσσικό όργανο με προσωπικό ύφος. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ύφους του Χορτάτση είναι η περίτεχνη επεξεργασία, οι μεγάλες προτάσεις, η συχνή χρήση δευτερευουσών, η διατάραξη της συντακτικής σειράς των λέξεων, η χρήση λόγιων στοιχείων, που όμως είναι αφομοιωμένα στη γλώσσα του κειμένου, καθώς και άλλα εκφραστικά μέσα όπως επαναλήψεις, λογοπαίγνια και παρηχήσεις.[3]

Ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα τέσσερα χορικά με τις θαυμάσια σμιλευμένες δαντικές τερτσίνες. Στα χορικά της «Ερωφίλης» ο Χορτάτσης χρησιμοποιεί, όπως προαναφέρθηκε, τον ενδεκασύλλαβο, στη μορφή της δαντικής τερτσίνας, κάτι που τον απομακρύνει ακόμη περισσότερο από τον δημοτικό στίχο και τον φέρνει κοντύτερα στον ποιητή των κυπριώτικων τραγουδιών.

Ανάμεσα στις πράξεις παρεμβάλλονται τέσσερα ιντερμέδια, με θέμα ολότελα διαφορετικό. Η παρουσία τους παίζει σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη της θεατρικής ψευδαίσθησης αφού με την παρουσία αυτών είναι που δημιουργείται η θεατρική σύμβαση, γεγονός που συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι τα έργα είχαν προορισμό τη θεατρική σκηνή και όχι τη λογοτεχνική ανάγνωση.

Η αρχαιομάθεια του Χορτάτση διαπιστώνεται από την επιλογή των ονομάτων των ηρώων (Φιλόγονος, Πανάρετος, Καρπόφορος, Θρασύμαχος, Αρμόδης), τα οποία είτε ανταποκρίνονται στον χαρακτήρα των προσώπων (Πανάρετος, Ερωφίλη, Θρασύμαχος), είτε λειτουργούν ειρωνικά και εντείνουν την τραγικότητα: ο Φιλόγονος, «αυτός που αγαπάει τα παιδιά του», τελικά οδηγεί την κόρη του στην αυτοκτονία· ο Καρπόφορος, αν και υπόσχεται να βοηθήσει το ζευγάρι, τελικά μένει «άκαρπος».

Η Ερωφίλη θεωρήθηκε από τον 17ο αιώνα κορυφαίο έργο της ποίησης και είχε τεράστια επιτυχία στον καιρό της, οι αποδεδειγμένες παραστάσεις της τραγωδίας στα Επτάνησα, στην κεντρική Ελλάδα τον 18ο αιώνα και στη Ρουμανία δείχνουν τη μεγάλη απήχηση που είχε.

Από το 1934 μέχρι σήμερα η τραγωδία του Χορτάτση δεν έχει σημειώσει πολλές παραστάσεις, μερικές ωστόσο είναι ιστορικές: το 1934 στη Λυρική Σκηνή του Κάρολου Κουν, το 1961 από το Εθνικό Θέατρο, το 1996 στο Αμφιθέατρο του Σπ. Α. Ευαγγελάτου. κ.α.

Σήμερα το έργο «Ερωφίλη» εντάσσεται  στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο λόγω της διαχρονικής του επικαιρότητας και οικονομίας με νέα αντίληψη και από νέους καλλιτέχνες, όπως ο γνωστός σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας που ανέβασε πρόσφατα παραστάσεις της «Ερωφίλης» σε συνέντευξή του λέει: Ανθρωποι που δεν πρέπει να ερωτευτούν , αλαζονεία,  ύβρις, εξουσία, χοροί που σκοτώνουν βασιλιάδες, τετριμμένα πράγματα, η ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Πώς είναι δυνατόν να μην έλκει το ενδιαφέρον μας το κλασικό από τη στιγμή που ποτέ δεν απαγκιστρωνόμαστε από τα αρχέγονα πάθη μας, μας αρέσει η ίδια ιστορία- πάντα μας αφορά, χιλιοειπωμένη χιλιοπαιγμένη και ένας χορός γυναικών που αυτή τη φορά πρέπει να σταματήσει να παρακολουθεί και να δώσει τη λύση.

Πράγματι τα στοιχεία που αναδεικνύονται στη τραγωδία «Ερωφίλη» είναι διαχρονικά: Η απόλυτη δύναμη του έρωτα υπερβαίνει τις ταξικές διαφορές,  ο παράνομος και ο νόμιμος έρωτας.., ο Βασιλιάς που κομπάζει για τα πλούτη του και τη δύναμή του…, ο έρωτας και ο θάνατος. Η απληστία του πλούτου και η πείνα της δόξας είναι ανθρώπινα πάθη, αλλά τελικά αποδεικνύονται μάταια, αφού οι μεταστροφές της τύχης είναι απροσδόκητες και κοινό τέλος όλων των ανθρώπων είναι ο θάνατος, μπροστά στον οποίον δεν μπορεί να αντισταθεί ούτε η δύναμη, ούτε τα πλούτη, ούτε άλλες αρετές. Μόνο ο Ερωτας φαίνεται να έχει την απόλυτη δύναμη να υπερβεί τη δύναμη του θανάτου, γι’ αυτό και ο βασιλιάς που επιχείρησε να αγνοήσει τη δύναμη του Ερωτα τιμωρήθηκε. [4]

[5]

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξίου Στ., «Εισαγωγή», στο: Ερωφίλη, τραγωδία Γεωργίου Χορτάτση, επιμέλεια Στυλιανός Αλεξίου-Μάρθα Αποσκίτη, στιγμή, Αθήνα 1988.

Γραμματάς Θ., «Το θέατρο στην Κρήτη. Έκφραση της όψιμης Αναγέννησης”. στο, Το ελληνικό Θέατρο στον 20ό αιώνα. Πολιτισμικά πρότυπα και πρωτοτυπία, τόμ. Ι, Εξάντας, Αθήνα, 2002

Γραμματάς Θ., Το ελληνικό Θέατρο στον 20ό αιώνα. Πολιτισμικά πρότυπα και πρωτοτυπία, τόμ. Ι, Αθήνα, Εξάντας, 2002.

Ιωαννίδης Γ., Έντυπη Έκδοση   Ελευθεροτυπία, 21 Αυγούστου 2010.

Κακάλας Σ.,  Συνέντευξη στον Γιώργο Σμυρνή,  www.monopoli.gr- 25 Ιουν 2012.

Πηδώνια,Κ., «Η γλώσσα του Χορτάτση», στο: Γεώργιος Χορτάτσης. Ο Πατέρας του Νεοελληνικού Θεάτρου, αφιέρωμα του ενθέτου «Επτά Ημέρες» της εφ. Καθημερινή, 3 Δεκεμβρίου 2000.

Πολίτης Ν., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μ.Ι.Ε.Τ,  Αθήνα, 2010 .

Πούχνερ Β., «Νεοελληνικό Θέατρο (1600-1940) – Κινηματογράφος», Το Νεότερο Θέατρο μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τ. Α’ΕΑΠ,Πάτρα 2002.

Φουσαράς Γ., Η «Ερωφίλη» στο Παλάντιο των μεγάλων Μαγίστρων της Ρόδου από τον θίασο του Εθνικού θεάτρου σε σκηνοθεσία Σολωμού από εφημερίδα Νέα Εστία 1952.

 

Παναγιώτης Βάσιος