Αποτελεί μια από τις πιο γλυκές και νοσταλγικές αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων. Ο ξάδερφός μου ο Αγγελος, γιος του αδερφού του πατέρα μου, λίγο μεγαλύτερός μας, είχε τη… συνήθεια να ντύνεται φάντασμα! Δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη φαντασία: Ενα σεντόνι βούταγε από την μπουγάδα της θειας μου και κουκουλωνόταν. Η μυστική αποστολή της αδερφής μου, της αδερφής του κι εμένα ήταν να τον εντοπίσουμε σε μια αυλή δυόμιση περίπου στρεμμάτων. Το μυαλό μας εξιταριζόταν μονάχα στη σκέψη για το πού μπορεί να βρίσκεται κρυμμένος. Και το συναρπαστικό αυτό παιχνίδι ξεκίναγε…

Προηγουμένως όμως ήταν απαραίτητες κάποιες προετοιμασίες: Ο παππούς μας μάς έδινε ένα κατοστάρικο (από εκείνα τα κόκκινα) και πήγαινα στο κοντινό ψιλικατζίδικο του κυρ-Γιάννη. Οι εκατό δραχμές του 1979 μπορούσαν να αγοράσουν γλειφιτζούρια, γλυκίσματα και παγωτά και για τους τρεις μας. Και ρέστα φυσικά δεν υπήρχαν ποτέ… Τρώγοντας με βουλιμία τα γλυκά, σχεδιάζαμε με τη ζωηρή μας φαντασία πώς θα ανακαλύψουμε την κρυψώνα του φαντάσματος. Και μόλις είχε πια βραδιάσει για τα καλά εξορμούσαμε, ψάχνοντας εξονυχιστικά κάθε γωνιά και κάθε απόμερο κομμάτι του τεράστιου-στα μάτια των δεκάχρονων-κήπου. Αυτό το ιδιόμορφο κρυφτό ήταν η επιτομή της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς, της παιδικής ανεμελιάς, ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον παιχνίδι του μυαλού. Και το βιώναμε με ξεχωριστό πάθος και την αδρεναλίνη στα ύψη!

Πολλές φορές ο Αγγελος βαριόταν και επιστρέφαμε άπραγοι στο υπόγειο-ορμητήριό μας, συζητώντας για την απουσία του. Αλλοτε πάλι τον πετυχαίναμε κάποια φευγαλέα στιγμή και τρέχαμε στο κατόπι του για να τον ξεσκεπάσουμε, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αλλά μας ξέφευγε και η αγωνία μας έπαιρνε παράταση. Η δροσερή αυλή μας είχε τόσα αναρίθμητα σημεία να κρυφτείς που μπορούσε το κρυφτούλι αυτό να συνεχίζετε ολόκληρη τη βραδιά, ωσότου η μητέρα μου μας καλούσε να πλαγιάσουμε. Κι εμείς δεν βλέπαμε την άγια ώρα να ξαναβραδιάσει για να αρχίσουμε και πάλι την απολαυστική έρευνά μας.

Ποτέ δεν πιάσαμε τον Αγγελο. Το παιχνίδι είχε πάντοτε την ίδια αποτυχημένη κατάληξη-σαν να ζούσαμε ξανά και ξανά τη μέρα της Μαρμότας. Αλλά ουδέποτε βαρεθήκαμε, ποτέ δεν πλήξαμε, καμιά φορά δεν τα παρατήσαμε. Σκορπισμένοι τώρα στις τέσσερις γωνιές του πλανήτη ίσως μέσα στις ταλαιπωρημένες ψυχές μας να ξαναζωντανεύουν αυτές οι ανεπανάληπτες θύμησες των τρυφερών μας χρόνων. Και να θυμόμαστε οι τέσσερις μεσήλικες πως κάποτε μια ολάνθιστη αυλή αποτέλεσε το πεδίο δράσης μας. Και είμαι βέβαιος ότι όλοι μας και τι δεν θα δίναμε για να επιστρέψουμε εκεί και να συνεχίσουμε το πρωτότυπο παιχνίδι μας. Χωρίς να μας απασχολεί τίποτα και έχοντας μια ζωή μπροστά…

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα