Ανθούλα Δανιήλ 

Τέχνη και πραγματικότητα είναι συγκοινωνούντα δοχεία, γνωστό και χιλιοειπωμένο, αλλά η περίσταση επιβάλλει να το επαναλάβουμε. Ο Τολστόι της Άννας Καρένινα, της Ανάστασης, του επικού ιστορικού ποιήματος Πόλεμος και Ειρήνη, ο αριστοκράτης μεγαλογαιοκτήμονας δεν έγραψε μόνο για την κοινωνική του τάξη, αλλά πίσω από τα σαλόνια της αριστοκρατίας κοίταξε τον απλό βασανιζόμενο λαό, τους ανθρώπους, αριστοκράτες ή χωρικούς, και τα ποικίλα πάθη τους, μεταφέροντας συγχρόνως και τα μεγάλα μηνύματα των καιρών. Επιδεικνύοντας κοινωνική δραστηριότητα και υπηρετώντας τους συνανθρώπους του συνδύαζε το αρχαίο ιδανικό ρητήρ λόγων και πρηκτήρ έργων.

Μαζί με τον Τσέχοφ και τον Γκόρκι, τριάδα ογκολίθων στη λογοτεχνία, μπήκε επικεφαλής δράσης για τη βοήθεια των φτωχών στις επιδημίες του 1891 και 1892, τύφο τη μία και χολέρα την άλλη, οργανώνοντας συσσίτια που χρηματοδοτούσε ο ίδιος, ενώ ο Τσέχοφ έφτιαξε νοσοκομείο και επισκεπτόταν τα χωριά για να προσφέρει δωρεάν βοήθεια στους ασθενείς. Ο Τολστόι, επίσης, είχε και παιδαγωγικές ιδέες. Ήθελε αμοιβαιότητα ανάμεσα στον δάσκαλο και τον μαθητή, ελευθερία από τα καταπιεστικά προγράμματα, απαιτώντας ένα προσόν από τον δάσκαλο: να κινεί το ενδιαφέρον του μαθητή. Και ένα τέτοιο παιδαγωγικό σύστημα εφάρμοσε στο σχολείο που ο ίδιος ίδρυσε στην πατρίδα του, τη Γιάσναγια Παλιάνα, της οποίας το όνομα έδωσε και στο σχολείο του. Αργότερα και με τον ίδιο τίτλο άρχισε να εκδίδει και παιδαγωγικό περιοδικό.

Ήταν τιτάνας, λέει ο Γκόρκι, ήταν ο πιο πολυπρόσωπος συγγραφέας μετά τον Όμηρο και τον Σαίξπηρ, λέει ο Τζορτζ Στάινερ. Είχε αλληλογραφία με όλους τους επιφανείς της εποχής του, μέσα στη Ρωσία και έξω από αυτήν, έγραψε και δημοσίευσε περί τους ενενήντα τόμους. Ήταν εκείνος που επηρέασε και γαλούχησε γενιές συγγραφέων και αναγνωστών, κάτι που θα ισχύει ες αεί, ήταν κοινωνικός ευαγγελιστής. Η φωτογραφία του στο εξώφυλλο του βιβλίου δείχνει έναν απλό, βαθιά στοχαζόμενο άνθρωπο. Έναν απλό και γνήσιο Ρώσο.

Ένας τέτοιος άνθρωπος, με τόσο βαθιά βιωμένα μέσα του τα μηνύματα της γης του, της κοινωνίας του, του καιρού του, αλλά πάντα εμπνεόμενος και από τα πάθη του ανθρώπου, επόμενο ήταν πως και το Ζωντανό πτώμα από τη ζωή, την κοινωνική παρατήρηση και μελέτη της ανθρώπινης ψυχής θα το αντλούσε.

Συγκεκριμένα, ο Φέντια και Λίζα είναι ένα ζευγάρι σε έναν δυστυχισμένο γάμο. Ο Φέντια είναι σπάταλος και άσωτος και ξέρει ότι αδικεί τη γυναίκα του, με την οποία είναι ερωτευμένος ο φίλος του, ο Βίκτορ Καρένιν, χωρίς βεβαίως να το έχει εκφράσει με κανέναν τρόπο. Ο Φέντια θα ήθελε να διευκολύνει το ζευγάρι να ενωθεί, αλλά το διαζύγιο δίνεται μόνο για μοιχεία, την οποία πρέπει να βεβαιώσουν αυτόπτες μάρτυρες. Για να το πετύχει αυτό ο Φέντια πρέπει να «λαδώσει» πολλούς, πράγμα που δεν το καταδέχεται. Γι’ αυτό αποφασίζει να σκηνοθετήσει τον θάνατό του και όλα να πάρουν πια τον δρόμο τους φυσιολογικά.

Η πραγματική ιστορία άρχισε με ένα γράμμα που έλαβε η πραγματική ηρωίδα της υπόθεσης, Γιεκατερίνα Πάβλοβνα, από τον «πεθαμένο» σύζυγό της, ο οποίος έλεγε ότι δεν μπορεί, έτσι εξαντλημένος, παγωμένος και πεινασμένος που ήταν, να ζήσει άλλο και της ευχόταν αυτή να ζήσει ευτυχισμένη. Μια μέρα πριν, στις 24 Δεκεμβρίου 1895, σε μια τρύπα στον πάγο του ποταμού Μόσχοβα βρέθηκε ένα φθαρμένο παλτό και το απολυτήριο του στρατού του Νικολάι Γκίμερ, συζύγου της. Η Γιεκατερίνα αναγνώρισε το πτώμα, το παρέλαβε και το έθαψε. Λίγες μέρες μετά πήρε το έγγραφο της χηρείας που της επέτρεψε να παντρευτεί τον Στεπάν Τσιστόφ. Όταν όμως ο Γκίμερ, που ζούσε, πήγε να ζητήσει διαβατήριο, οι Αρχές τον αναγνώρισαν, η απάτη αποκαλύφτηκε και το 1897 έφτασε στο δικαστήριο. Στη Γιεκατερίνα και τον Νικολάι επιβλήθηκε 12 ετών εξορία, ο γάμος ακυρώθηκε και με αυτοκρατορική χάρη, η ποινή μετατράπηκε σε ενός έτους φυλάκιση.

Το ζωντανό πτώμα δεν είναι ο Φέντια αλλά η κοινωνία, η εξουσία, οι φορείς, η γραφειοκρατία.

Ο Τολστόι ενδιαφέρθηκε να δημοσιεύσει το έργο του, αλλά η Γιεκατερίνα και ο γιος της παρακάλεσαν να μην το κάνει, όσο ζούσε, γιατί δεν άντεχε την ταπείνωση. Ο Τολστόι σεβάστηκε την επιθυμία της και το έργο ήρθε στο φως μετά τον θάνατό της. Δήλωσε, μάλιστα, ότι «η ζωή των πραγματικών ηρώων ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα από την αντανάκλαση που είχαν στη λογοτεχνία» και φυσικά μας επιφύλαξε μια έκπληξη για το τέλος, την οποία θα ανακαλύψει ο αναγνώστης.

Η ιστορικός Όλγα Τσαγκαντάγεβα ερεύνησε το γεγονός και δημοσίευσε τα συμπεράσματά της, την 1η Σεπτεμβρίου 2018, στην εφημερίδα Ρόντινα/Πατρίδα, με τίτλο «Τα παρασκήνια του έργου Το ζωντανό πτώμα».

Στο έργο του Τολστόι, ο Φέντια διασκεδάζει σε ένα δωμάτιο με τσιγγάνους… Μεθυσμένος, αφήνεται σε ρεμβασμούς σαν να βρίσκεται στη στέπα πριν από δέκα αιώνες, νιώθει απόλυτη ελευθερία, θέλει να του τραγουδήσουν οι τσιγγάνοι και δεν θέλει να γυρίσει σπίτι του. Στους απεσταλμένους της γυναίκας του, για να τον πείσουν να επιστρέψει, απαντά: «Εδώ και δέκα χρόνια ζω μια άσωτη ζωή. Πώς έφτασα στην καταστροφή μου; Καταρχήν το κρασί. Και δεν μιλάμε για την απόλαυση. […] Ντρέπομαι… Και μόνο όταν πιεις πολύ, σταματάς να ντρέπεσαι… Και από μουσική, όχι όπερα ούτε Μπετόβεν, αλλά τσιγγάνικη. Με μια τέτοια ζωή η ενέργεια σε πλημμυρίζει».

Μέσα από τα αδιάφορα, φαινομενικώς, λόγια ενός απλού ανθρώπου, ο Τολστόι μάς παρουσιάζει την αξία της αυθεντικότητας και φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που εκφράζεται εναντίον της όπερας, ούτε είναι τυχαίο το όνομα του Μπετόβεν, του οποίου το έργο, προς το τέλος της ζωής του, το χαρακτήριζε «ανοησίες».

Τελικά ο Φέντια, γεμάτος καλές προθέσεις, αγαπάει τη γυναίκα του και δεν θέλει να της είναι εμπόδιο, αγαπάει την τσιγγάνα και δεν θέλει να τη μολύνει, νοιάζεται ακόμα και τους φτωχούς της γειτονιάς, αναλαμβάνει όλα τα ρίσκα, λέει μόνο την αλήθεια, αρπάζει την ευκαιρία να καταγγείλει το λειτούργημα του δικαστή, o οποίος «παίρνοντας μιας δεκάρας μισθό» για «τις κακίες» του, φοράει «τη στολή και με ελαφρά τη συνείδηση» ξεσπάει «πάνω σε ανθρώπους που ούτε με το μικρό τους δαχτυλάκι» δεν θα μπορούσε να συγκριθεί. Έτσι, με ένα κατηγορώ εναντίον του συστήματος, ο Τολστόι μάς κλείνει το μάτι: Το ζωντανό πτώμα δεν είναι ο Φέντια αλλά η κοινωνία, η εξουσία, οι φορείς, η γραφειοκρατία. Εν ολίγοις, ο μέγας Τολστόι μάς δίνει εν σμικρώ την ιδέα του μεγάλου, με το οποίο επικοινωνούμε μέσα από τη μετάφραση από τα ρωσικά της Ελένης Κατσιώλη.

 

Το ζωντανό πτώμα
Λέων Τολστόι
Μετάφραση: Ελένη Κατσιώλη
Εκδόσεις Βακχικόν
σελ. 102