Γεννήθηκε στο Αβορίτι της Δωρίδας το 1797 από φτωχούς γονείς. Το επώνυμό του ήταν Τριανταφύλλου, αλλά λόγω του ύψους του τον φώναζαν Μακρυγιάννη. Μικρός δούλεψε ως ψυχογιός, πέρασε πολλά βάσανα και έφαγε πολύ ξύλο από τα αφεντικά του. Μόλις μεγάλωσε, ασχολήθηκε με το εμπόριο και το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Πολέμησε με απαράμιλλη γενναιότητα σε πολλές μάχες κατά των κατακτητών και προκάλεσε τον θαυμασμό όλων για τη σύνεσή του. Αν και ήταν υπό τον Καποδίστρια, έγινε χιλίαρχος, διαφώνησε μαζί του και πήγε με το μέρος των αντιπάλων του «Συνταγματικών». Οταν δολοφονήθηκε ο κυβερνήτης και ανέλαβε ο Οθωνας, ένοιωσε δικαιωμένος. Για πολλά χρόνια εκλεγόταν δημοτικός σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων και ασκούσε κριτική στη διοίκηση.

Τον Ιανουάριο του 1837, ως πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου, υπέγραψε ψήφισμα που απευθυνόταν στον Οθωνα και ζητούσε παραχώρηση συντάγματος. Ο Αρμανσμπεργκ, αφού διέλυσε αμέσως το συμβούλιο και απέλυσε τον δήμαρχο Πετράκη, έθεσε τον Μακρυγιάννη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Στην επανάσταση του 1843, και στην εθνοσυνέλευση που ακολούθησε, είχε με το μέρος του 63 αντιπροσώπους. Λόγω της κριτικής που ασκούσε στα ανάκτορα, τον κατηγόρησαν το 1852 ότι σχεδίαζε ανατροπή του καθεστώτος και δολοφονία του βασιλιά, και τον απομόνωσαν σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του. Στη δίκη που έγινε το επόμενο έτος, καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια, αλλά αποφυλακίστηκε στη συνέχεια.

Αν και γνώριζε ελάχιστα γράμματα, έγραψε δύο έργα: Τα «Απομνημονεύματα» και τα «Οράματα και θάματα». Παρά τη μεροληψία που τον διακρίνει στη εξιστόρηση των γεγονότων, και τα δύο αποτελούν σημαντικές πηγές μελέτης της Ελληνικής Επανάστασης. Στην έξωση του Οθωνα, πήρε ενεργό μέρος ο γιος του Μακρυγιάννη, Οθωνας (τον είχε βαφτίσει έτσι όταν είχε πρωτοέρθει ο βασιλιάς), ενώ ο ίδιος εκλέχθηκε τιμητικά πληρεξούσιος της Συνέλευσης.

Ο Μακρυγιάννης πέθανε κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνέλευσης. Ο πρόεδρός της, στη συνεδρίαση της 9ης Μαΐου 1864, ανακοίνωσε στο βουλευτικό σώμα τον θάνατό του και διάβασε αναφορά της χήρας του Αικατερίνης. Σ’ αυτήν αναφερόταν ότι ο συνάδελφός τους Ιωάννης Μακρυγιάννης πέθανε αφού για δέκα σχεδόν χρόνια υπέφερε τα πάνδεινα αυτός και η οικογένειά του. Τα δέκα αυτά χρόνια πέρασε στις φυλακές ή άρρωστος στο κρεβάτι. Για να συντηρήσει την οικογένειά του, πούλησε όλη την περιουσία του και στο τέλος αναγκάστηκε να δανειστεί, μέχρι τις 10 Οκτωβρίου, που για πρώτη φορά τον θυμήθηκε η πολιτική ηγεσία. Τότε αποφασίστηκε να αποκατασταθεί στον βαθμό του και να ανακτήσει τα δικαιώματα που του είχε στερήσει η προηγούμενη δυναστεία.

Η απόφαση δεν υλοποιήθηκε ποτέ και έτσι, πεθαίνοντας δεν άφησε τίποτε στην οικογένειά του. Και η χήρα του έγραψε:

… ως αμοιβήν εις την οικογένειάν του, δια τας παλαιάς και τας νέας εκδουλεύσεις του, ειμή σύνταξιν δραχμών 140 κατά μήνα. Είναι αξία της εθνικής υπολήψεως, ης δικαίως ηξιώθη η περίθαλψις αύτη; Είναι δυνατόν δι’ αυτής να ζήσει η πολυμελής οικογένεια του Μακρυγιάννη μετά των δύο θυγατέρων εις ώραν γάμου; Είναι δίκαιον; Τα δε χρέη δι’ων βαρύνεται, αι πληγαί τας οποίας ο πλέον άδικος καταδιωγμός επήνεγκε εις την οικογένειαν ταύτην, πώς θέλουσιν επουλωθεί; Εν τούτοις καθυστερούνται εισέτι οι μισθοί του Μακρυγιάννη, ως εστέρησαν αυτόν η μνησικακία και το πολιτικόν συμφέρον, όπερ το έθνος κατεδίκασε και ετιμώρησεν ως αντεθνικόν».

Η χήρα του, δηλαδή, ζητούσε επιπλέον οικονομική ενίσχυση. Ο πρόεδρος και οι πληρεξούσιοι συμφώνησαν ότι είχε δίκιο και αποφάσισαν να συστήσουν «θερμώς» στην κυβέρνηση να φροντίσει με κάθε τρόπο την περίπτωση.

(Στοιχεία έχουν ληφθεί από το βιβλίο «Ελλήνων Επιφανών Θάνατοι», Γ. Γρυντάκη, εκδ. Σαββάλας)