Η Μαρία Πολυδούρη, επτανησιακής καταγωγής από τη μητέρα της, γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902, στην Καλαμάτα. Στις 29 Απριλίου 1930, η ποιήτρια άφησε την τελευταία της πνοή, σε ηλικία μόλις 28 χρόνων,  χτυπημένη από τη φυματίωση. Ο κύκνειος λυγμός της ήταν μια απεγνωσμένη γυναικεία κραυγή-ποίηση για τον Κώστα Καρυωτάκη, τον μεγάλο της έρωτα.

Η σχέση της με τον Καρυωτάκη γέννησε έναν ποιητικό οίστρο, που ερμηνεύτηκε ως ειδύλλιο δύο μελλοθανάτων. Η Πολυδούρη έφυγε το 1927 για το Παρίσι και το 1928 γύρισε άρρωστη και νοσηλεύθηκε σε τρίτη θέση του νοσοκομείου «Η Σωτηρία». Εκεί την επισκέφθηκε ο Καρυωτάκης, πριν από το μοιραίο ταξίδι του στην Πρέβεζα.

Η λατρεία της νεαρής Πολυδούρη για τη μνήμη του  ποιητή, άλλαξε τη ζωή της. Αρρωστη, έκανε κωπηλασία, ξενυχτούσε και έπινε αλκοολούχα ποτά. Ολα αυτά επιτάχυναν την πορεία της προς το τέλος. Οι εφημερίδες της εποχής θα γράψουν ως επικήδειο : Το μέτωπο της Πολυδούρη ήταν ένα άστρο κάτω από την ολόμαυρη νύχτα των μαλλιών της. Τα μάτια της που δεν θα ξαναγίνουν όμοια στον κόσμο, μεγάλα, δυσθεώρητα σαν άβυσσοι που προκαλούν ιλίγγους, με τα βαριά ματόκλαδα επάνω. Ο Κώστας Ουράνης θα γράψει : Στα τραγούδια της δεν θα βρούμε τις φροντίδες της αρμονίας, γιατί αυτή που τα έγραψε ήταν πολύ βιαστική για να μας στείλει το μήνυμά της. Ο Μιχαήλ Περάνθης θα γράψει για την Πολυδούρη ότι ήταν μία άπληστη της χαράς, μια αθεράπευτα διψασμένη του πόθου, προς τον οποίον σερνότανε, ενώ μέσα της παραμόνευε η βέβαιη φθορά. Αυτά γράφτηκαν με αφορμή το ποίημά της με τίτλο «Γλέντι». Παραθέτουμε τα δύο πρώτα τετράστιχα:

ΓΛΕΝΤΙ

Σ’ ένα γλέντι με κάλεσαν οι σύντροφοι.

Δε θ’ αρνηθώ. Θα πάω να λησμονήσω!

Θα φορέσω το κόκκινό μου φόρεμα

και την ίδια ομορφιά μου θα φθονήσω.

 

Το νεκρό τόχω μέσα μου περήφανα

και στοργικά μαζί μου θα τον πάρω.

Θάμαι : σα χαρωπή, σα μυστικόπαθη,

Θάμαι μια αποσταλμένη από το χάρο…

Στίχους απ’ το ποίημα της Πολυδούρη «Ω, χαμηλώστε αυτό το φως» μελοποίησε ο Γιάννης Σπανός (Δεύτερη Ανθολογία) και τραγούδησε η Πόπη Αστεριάδου, μια από κείνες τις φωνές που μάγεψαν τη νεότητά μας τη δεκαετία 1965-1975, την εποχή του Νέου Κύματος. Ας θυμηθούμε το πρώτο δίστιχο:

«Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!

Τη νύχτα τι ωφελάει;»

ΝΟΜΠΕΛΗΣ ΦΩΤΗΣ