Τα τρία τσάγια

Φτάσαμε στην περιοχή του El Bayed όπου θα στήσουμε το πρώτο μας τσαρδί στα ριζά του οροπεδίου. Αμμώδες έδαφος,  λίγα καχεκτικά δεντράκια για σκιά και μια οικογένεια νομάδων για παρέα. Τι άλλο δηλαδή χρειάζεται κανείς για να νοιώσει πλήρης;

Τσάι από τα χεράκια του Ζιντ, να τι χρειάζεται! Άσε που και να μην το ζητήσεις, εκείνος θα το φέρει.

Τρεις φορές την ημέρα προβλέπει το τελετουργικό. Πρωί, μεσημέρι, βράδυ. Κι άμα υπολογίσεις τρία ποτηράκια την φορά, μας κάνει ούτε λίγο, ούτε πολύ, εννιά τσαγάκια ημερησίως.

Οι τρεις γύροι έχουν ιδιαίτερη σημειολογική σημασία που επιτάσσει, σύμφωνα με μία εκδοχή, το πρώτο ποτήρι τσάι να είναι πικρό όπως ο θάνατος, το δεύτερο απαλό όπως ή ζωή και το τρίτο γλυκό όπως ο έρωτας, ακολουθώντας έτσι αυξητική πορεία περιεκτικότητας του τσαγιού σε ζάχαρη.

Σύμφωνα με μια άλλη βερσιόν που άκουσα από τους Τουαρέγκ στην Λιβύη και που μου ταιριάζει καλύτερα, το πρώτο ποτήρι που είναι έτσι κι αλλιώς πάντα λίγο στιφό (καθώς δεν έχει «κάτσει» ακόμα η τανίνη) συμβολίζει τη ζωή και τις δυσκολίες της, το δεύτερο που σερβίρεται δυνατό και γλυκό συμβολίζει τον έρωτα, ενώ το τρίτο και τελευταίο πίνεται ελαφρύ και απαλό όπως ο ήσυχος θάνατος.  Ο καθείς διαλέγει και παίρνει.

Στήσαμε τα αντίσκηνα και μαζέψαμε πεσμένα κλαδιά για την φωτιά. Μαγείρεψα και φάγαμε το πρώτο μας γεύμα.

Συμμαζέψαμε και ξεπλύναμε πιατικά και σκεύη.

Ήπιαμε τα τρία τσάγια μας, και τώρα πια έχουμε αράξει γύρω από την πυρά με στρώμα την άμμο και στέγη τον διαυγέστερο ουράνιο θόλο που μπορεί να αντικρίσει από τη γη ανθρώπου μάτι:  Τον έναστρο ουρανό της Σαχάρας.

Με δυο λέξεις: Είμαι ευτυχισμένη.

Οι πρώτες αμμοθίνες

Μετά από την χθεσινή σχεδόν ολοήμερη πορεία μας στους πρόποδες, σήμερα το πρωί εισχωρήσαμε σ’ ένα wadi (αραβική λέξη για την κοιλάδα ή/και την κοίτη ξεροπόταμου) μέσω του οποίου φιλοδοξούμε να ανέβουμε στην ράχη του οροπεδίου για να το διασχίσουμε εγκάρσια.

Οι πρώτες μας αμμοθίνες! Εντάξει, τίποτε το ιδιαίτερα θεαματικό για την ώρα, επαρκές όμως για να ξεχαρμανιάσει στοιχειωδώς ο Παναγιώτης που κάνει το παρθενικό του ταξίδι στην έρημο και ξέρω τι κρυφός καημός τον τρώει – κι ας μην έχει πει κουβέντα επ’ αυτού.

Καλύτερα εξάλλου από τον ίδιο, μιλάει η αντίδρασή του στη θέα των ξανθών λόφων. Για πότε πετάχτηκε έξω από τ’ αυτοκίνητο κι άρχισε να τρέχει προς τα κει σαν κυνηγημένος από κοπάδι λύκων, ένας αλλάχ το ξέρει!

Στο μεταξύ, ενόσω εμείς βολτάρουμε, ένας σεβάσμιος τουρμπανοφόρος κύριος έχει πλευρίσει στο αυτοκίνητο και έχει πιάσει κουβέντα με τον Ζιντ.

Άλλο και πάλι τούτο! Από πού ξεφύτρωσε;

Κι ενώ το ερώτημα αιωρείται αναπάντητο, τσουπ, να’σου καταφτάνει κι ένας νεαρός καμηλιέρης καβάλα στο ζώο του.

Με το που βλέπει τον ηλικιωμένο, τον πλησιάζει, ξεπεζεύει με σβέλτες κινήσεις, σκύβει μπροστά του, του φιλάει το χέρι, και το φέρνει στο μέτωπο και την καρδιά σε ένδειξη ύψιστου σεβασμού.

Ο ηλικιωμένος με την σειρά του ακουμπάει τα χέρια στο κεφάλι του νεαρού και τον ευλογεί σιωπηρά.

Όλη αυτή σκηνή της τυχαίας (;) συνάντησης στην έρημο, η βουβή χορογραφία των χεριών, οι εκφράσεις των προσώπων, θα αποτυπωθούν βαθιά μέσα μου και θα τις επαναφέρω συχνά στο νου μου κατά την διάρκεια της διαδρομής μας τις επόμενες ώρες.

Δεν θα συναντήσουμε εξάλλου άλλον άνθρωπο μέχρι το βράδυ.

Το Μάτι της Αφρικής

Από τη στιγμή που βγήκαμε από το wadi και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε τον ο-αλλάχ-να-τον-κάνει-δρόμο για την κορυφή του οροπεδίου, έγινε σχεδόν αμέσως εμφανές ότι η διαδρομή της προηγούμενης μέρας θα φάνταζε περίπου ως παιχνιδάκι μπροστά στην σημερινή.

Μέσα σε λίγα λεπτά, οι σκόρπιες δρομάδες, τα λιγοστά δεντράκια, η επίφαση έστω κάποιας βλάστησης, αποτελούν πια παρελθόν.

Για την ακρίβεια, μου φαίνονται ξαφνικά τόσο εξωπραγματικά στοιχεία προς το απόλυτα ορυκτό σύμπαν όπου έχουμε εισχωρήσει που φτάνω στο σημείο να αναρωτιέμαι μήπως ήταν τελικά αποκυήματα της φαντασίας μου και δεν υπήρξανε ποτέ.

Ποιες καμήλες και ποια δεντράκια … Σ’ αυτόν εδώ τον τόπο ούτε σκορπιός δεν επιβιώνει …

Δεν μπορώ να θυμηθώ άλλο τόσο σκληρό, τόσο μινιμαλιστικό και ταυτόχρονα τόσο άγρια γοητευτικό τοπίο.

Μονοχρωμία του γκρι με ανταύγειες σκουριάς σε όλες τις μεταλλικές αποχρώσεις.

Από ένα και μοναδικό υλικό: την πέτρα.

Περνάμε ολόκληρες περιοχές όπου λες και κάποιοι γίγαντες ανέλαβαν εργολαβία την πλακόστρωση του οροπεδίου

Κι αλλού, σαν να τσακώθηκαν, να χωρίστηκαν σε στρατόπεδα και να ξεκίνησαν ανηλεή πετροπόλεμο μεταξύ τους

Μια ολοήμερη διαδρομή. Με μία και μόνη στάση κάποιας διάρκειας, για κολατσιό και τσάι. Φυσικά μέσα στο λιοπύρι. Πού αλλού να σταθούμε δηλαδή;

Ώσπου προς το δειλινό…  Φτάσαμε! Τι πού; Μα στο Μάτι της Αφρικής!

Επειδή ωστόσο υποψιάζομαι ότι η θέα της απεραντοσύνης από την άκρη του οροπεδίου, όσο εντυπωσιακή κι αν ήταν για μας που την αντικρίσαμε, δεν δικαιολογεί εν τούτοις από μόνη μας μια τόσο ποιητική ονομασία εξηγούμαι αμέσως:

Το λεγόμενο Μάτι της Αφρικής, ή αλλιώς Guelb el Richat είναι ένας γεωλογικός σχηματισμός ομόκεντρων κύκλων, με συνολική διάμετρο σχεδόν πενήντα χιλιομέτρων, που λόγω του μεγέθους του είναι ορατό μονάχα από το διάστημα. Από κει εξάλλου έγινε αντιληπτό για πρώτη φορά στα μέσα της δεκαετίας του ’60  από το πλήρωμα της αποστολής Gemini.

Αρχικά θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για κρατήρα που είχε δημιουργηθεί από την πτώση μετεωρίτη, τώρα πια όμως η επικρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι πρόκειται για συμμετρική γεωλογική δομή που απογυμνώθηκε από τη διάβρωση. (Η φωτογραφία που δημοσιεύουμε έχει ληφθεί από δορυφόρο και την βρήκαμε στο διαδίκτυο).

Έτσι λοιπόν, αυτή τη στιγμή στεκόμαστε ουσιαστικά στην περίμετρο του «ματιού» ενώ η απλωσιά μπροστά μας είναι το ίδιο το “μάτι”. Εκεί δηλαδή όπου πρόκειται να κατέβουμε σε λίγο. Να δω πώς θα καταφέρουμε να περάσουμε μέσα απ’ αυτά τα κοτρώνια…

Κι όμως, να που έγινε κι αυτό!  Έχουμε πλέον μπει στο «λευκό του ματιού», το οποίο διατρέχουμε με άνεση, πάνω σ’ ένα έδαφος περίπου ομαλό, ειδικά αν αναλογιστείς πού και πώς πορευτήκαμε όλη την προηγούμενη ημέρα.

Τα σημάδια ανθρώπινου περάσματος που συναντάμε στο δρόμο μας είναι η αδιάψευστη ένδειξη ότι κάπου εδώ η έρημος μαλακώνει και εμφανίζεται κάπως πιο φιλεύσπλαχνη με το είδος μας σε σημείο τουλάχιστον να ανέχεται την παρουσία μας.

Μια οικογένεια νομάδων. Ένα αντρόγυνο, δυο παιδιά κι ένα κοπάδι από γίδια.

Κι όταν λέμε γίδια, σημαίνει και κάποια αγκαθωτά για να τρώνε. Και όχι μόνο. Μέχρι και μερικά υποτυπώδη δεντράκια φυτρώνουν στην περιοχή.

Με μέτρο σύγκρισης τους πετροβολώνες που διασχίζαμε από το πρωί θα μπορούσα σχεδόν να το αποκαλέσω δάσος (εντάξει, λέμε και καμιά υπερβολή πότε πότε!).

Βάσει του άγραφου κώδικα αλληλεγγύης της ερήμου, η φαμίλια μας καλοδέχεται, μας προτρέπει να στήσουμε τον καταυλισμό δίπλα στον δικό της, και η μητέρα μας καλεί για τσάι στην οικογενειακή σκηνή.

Το αρωματικό ρόφημα. Τα πολύχρωμα στρωσίδια. Το εξεταστικό βλέμμα του αγοριού. Τα ματάκια της μικρής που γυαλίζουν από πυρετό.

Η ανακούφιση της μάνας όταν μαθαίνει ότι ο Παναγιώτης είναι παιδίατρος. Και η ακόμα μεγαλύτερη, μετά την εξέταση και την διάγνωση ότι πρόκειται για μια απλή ίωση.

Το υπαίθριο μαγείρεμα. Το δείπνο κάτω από τ’ αστέρια. Σαρδέλες και φακόρυζο αρωματισμένο με δαφνόφυλλα και κίμινο. Η κουβέντα γύρω από τις εντυπώσεις της ημέρας. Το τελευταίο βραδινό τσιγάρο δίπλα από την φωτιά.

Sahara by night!