Μέρες τ’ Αυγούστου και η πόλη ερημώνει

ένας βραχνάς περιπλανιέται στις πλατείες

τώρα πληρώνω τις αρχαίες αμαρτίες

με οδηγεί της μοναξιάς μου το τιμόνι.

 

Σπίτια κλειστά και μαγαζιά μανταλωμένα

άδεια βαγόνια μεταφέρουν τη σκουριά τους

ρίχνουν στις ράγες την ανία τη βαριά τους

κι εγώ λυτρώνομαι με όνειρα λιωμένα.

 

Βγαίνω στους δρόμους και πατάω τη σκιά μου

μια ησυχία μου τρυπάει το κρανίο

μπαίνω αυθόρμητα σε ένα καφενείο

παίρνω μια μπύρα και την πίνω στην υγειά μου.

 

Πρόσφυγες κάθονται ακόμα στα φανάρια

ένας φαντάρος μάλλον θ’ άργησε και τρέχει

γι’ αυτούς που ξέμειναν αντίδοτο δεν έχει

την αντοχή μας μάς την παίξανε στα ζάρια.

 

Ένα σκυλί κάτω απ’ τη γέφυρα γαβγίζει

νύχτα ζεστή, παραμονή της Παναγίας

όλα είναι δύσκολα στην κόψη μιας αργίας

δεν έχω κάτι να σου πω που να αξίζει.

 

Γιώργος Γκανέλης