Από καιρό ο Θυμός του είχε φτάσει
στο κατακόρυφο.
Κι ήταν η Αιτία για τη σκληρή του Απόφαση.
Να τιμωρήσει το Βοριά.
Ναι, το Βοριά.
Να τον συλλάβει επ’ αυτοφόρω
και να τον βασανίσει.

Αυτόν τον ορμητικό Εισβολέα, τον ξεδιάντροπο Επισκέπτη
του σπιτιού του.
Πόρτες και Παράθυρα έτριζαν
στο πέρασμά του.
Ολάκερο το Νοικοκυριό του στροβιλιζόταν
στο Ελεος του Ανέμου.

Ετσι, μια Χειμωνιάτικη Βραδιά παραμόνεψε για κάμποσο
στον Κήπο.
Κι όταν ξέσπασε το Φυσομάνι μ’ ένα επιδέξιο Σάλτο
πέρασε απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο
στο σπίτι.

Φορτισμένος, ξαναμμένος, Αποφασισμένος
για όλα.
Αυτός κι ο Βοριάς.
Ο ένας απέναντι στον άλλο.
Ομως, εντελώς ανεξήγητα, για μερικά λεπτά,
στάθηκε δισταχτικός. Αλήθεια,
θα τιμωρούσε αυτόν που στοργικά τον Νανούριζε
τις Νύχτες του Χειμώνα;
Αυτόν που τον συντρόφευε καρτερικά
στις Ωρες τις μοναχικές;
Μετανοιωμένος στράφηκε προς τη Πόρτα.
Πλησίασε, και με αργές, ευλαβικές Κινήσεις,
την άνοιξε διάπλατα.
Στάθηκε παράμερα με πολλή Συγκίνηση
κι Ευγνωμοσύνη.
Ετοιμος να υποδεχθεί, να καλωσορίσει
τον Αρχοντα Ανεμο,
το Μεγαλοπρεπή Βοριά
στο Φτωχικό του.

Γιάννης Αθανασόπουλος