Ο Αύγουστος του 1999 μας βρήκε με τον Νικόλα στην Κεφαλονιά. Ενιωθα μια υπέροχη αίσθηση ελευθερίας, μια απρόσμενη αγαλλίαση, μια θετική αύρα ύστερα από τον χωρισμό μου από το Χριστινάκι έναν μήνα πριν. Επειτα από εννέα ολόκληρα χρόνια τυπικής δέσμευσης, πνέει ένας αναπάντεχος αέρας απεγκλωβισμού, σαν κατάδικος που του αφαίρεσαν τις χειροπέδες. Πλέον δεν χρειαζόταν να απολογούμαι σε κανέναν για την όποια ερωτική μου επιθυμία, δεν ήταν ανάγκη να δίνω λογαριασμό, δεν ήταν απαραίτητο να κρύβω το ενδιαφέρον μου για τη διπλανή μου στην ξαπλώστρα στην παραλία, για τη φίλη φίλου που προσκλήθηκε στο τραπέζι μου, για την αιθέρια ύπαρξη που καθόταν λίγα μέτρα πιο κει. Ο Νικόλας, επίσης ελεύθερος, ήταν η πλέον κατάλληλη παρέα: κοινά ενδιαφέροντα, παραπλήσια μόρφωση και ατελείωτη αγάπη για το άλλο φύλο. Εγώ μόλις είχα κλείσει τα 30 και ο Νίκος τα πλησίαζε. Το γεμάτο χαρά σκηνικό είχε στηθεί επιδέξια και εμείς καλούμασταν να αποδείξουμε τι αξίζουμε σαν άνδρες, δίχως τους… απαραίτητους τοξικούς και τους «τορπιλιστές» των ονείρων μας.

Φθάσαμε νωρίς το απόγευμα στο Αργοστόλι και την ώρα που πήγαινα να παρκάρουμε παρατηρήσαμε ταυτόχρονα μια ιδιαιτέρως αισθησιακή κοπέλα με τζιν βερμούδα με το ποδήλατό της. «Γεια σου» είπε ο Νικόλας αμήχανα και το πανέμορφο κορίτσι μάς χαιρέτησε κι εκείνο (χωρίς να μας γνωρίζει). «Ωραία ξεκίνησαν οι διακοπές μας» αναφώνησε ο Νίκος και πώς θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει μαζί του;

Το πρόγραμμά μας ήταν σταθερό: το πρωί για μπάνιο και ηλιοθεραπεία στον Μύρτο, το απόγευμα με την επιστροφή βόλτα στο πλακόστρωτο και το βράδυ φαγητό σε μια παραδοσιακή ταβερνούλα, πριν ξεχυθούμε αργότερα σε μπαράκια και κλαμπ. Οι μέρες περνούσαν γρήγορα, δεν είχαμε πολύ χρόνο ούτως ή άλλως στη διάθεσή μας αλλά η εντυπωσιακή γυναίκα που μας «υποδέχθηκε» με το που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί μου παρέμενε άφαντη. Εφθασε το τελευταίο βραδάκι κι εμείς απολαμβάναμε τον καφέ μας στην απέραντη πλατεία. Ωσπου ξαφνικά μια πολύ γνωστή φιγούρα εμφανίστηκε στο οπτικό μας πεδίο: νομίζω πως το είπαμε ταυτόχρονα: «Νάτη!». Το σχέδιο οργανώθηκε στα γρήγορα: Θα πήγαινα να της πιάσω κουβέντα και, αν τα κατάφερνα, να έκλεινα κι ένα ραντεβού για το ίδιο βράδυ. Και κίνησα τρακαρισμένος μέσα στη γεμάτη πλατεία. Την πλησίασα και της συστήθηκα, παρατηρώντας ταυτόχρονα το βλέμμα της, την κορμοστασιά της και τις κινήσεις της. Την έλεγαν Νατάσα, ήταν 22 ετών και συνέχιζε να κρατάει το ποδήλατο που είδαμε την πρώτη φορά που την αντικρίσαμε. Φορούσε ένα πολύ κοντό λευκό, μίνι φόρεμα και ένα παιδάκι-ανιψάκι της όπως μου δήλωσε-τριγυρνούσε μέσα στα πόδια μας κι εκείνη το… έσπρωχνε να μετακινηθεί πιο δίπλα. Η κοπέλα ήταν εντελώς ακομπλεξάριστη, η συζήτηση έγινε σε πολύ φιλικό κλίμα και το ραντεβού κλείστηκε για αργότερα το βράδυ σε κοντινό μπαράκι. Επέστρεψα στον Νικόλα και του διηγήθηκα με λεπτομέρειες όσα είχαν συμβεί. Κανένας από τους δυο μας δεν έκρυβε τον (δικαιολογημένο) ενθουσιασμό μας. Ολα έμοιαζαν να πηγαίνουν κατ’ ευχή. Υπήρχε βέβαια μια μικρή εκκρεμότητα: ποιος θα της την έπεφτε; Αλλά γι’ αυτά είχαμε χρόνο. Ας διάλεγε η ίδια…

Περίπου στις 11 το βράδυ κάναμε την εμφάνισή μας. Δεν είχε έρθει. Κι όταν πια την είδαμε, πετάξαμε από τη χαρά μας. Μια ετερόκλιτη παρέα τη συνόδευε: κάποιες κοπέλες και ορισμένοι νεαροί. Αυτή μας έριξε ένα μάλλον περιφρονητικό βλέμμα, κάθισε για λίγο και μέχρι να πιούμε το ποτό μας αναχώρησε για αλλού!!! Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη φιγούρα του Νικόλα με μια σβησμένη γόπα στο χέρι να ρίχνει καντήλια, προσπαθώντας να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Το υπόλοιπο βράδυ ήταν εφιάλτης. Γυρίσαμε μερικά μπαράκια και επιστρέψαμε κατά το ξημέρωμα στο δωμάτιό μας. Εξαφνα άκουσα από το μπαλκόνι γυναικεία γέλια και φωνές. Βγήκα έξω και την είδα να περπατάει με μια φίλη της-το σπίτι μας σχεδόν γειτνίαζε με το δικό μας. Ο Νίκος βγήκε άρον-άρον από το μπάνιο αλλά το μόνο που είδαμε ήταν να μπαίνει στο σπίτι της. Το παιχνίδι έμοιαζε απολύτως χαμένο. Αλλά όσοι με γνωρίσατε μέσα από τις ιστορίες μου πιστεύετε ότι ο Ρένος παρατάει έτσι εύκολα τη μάχη; Που τη χάσαμε αλλά όχι τον πόλεμο…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ