Πλησιάζαμε στο τέλος της χιλιετίας. Την Κεφαλλονίτισσα δεν μπορούσα να την ξεχάσω. Χρειαζόμουν όμως περισσότερες πληροφορίες, που ποτέ για μένα δεν υπήρξε πραγματικό πρόβλημα. Με κάποιον τρόπο έμαθα τη διεύθυνσή της στο κέντρο της Αθήνας και η επόμενη κίνηση δεν πρέπει να σας παραξενέψει: Ο αγαπημένος μου ανθοπώλης απλώς έπρεπε να κάνει τη γνωστή του δουλειά: να παραδώσει το μπουκέτο με τα κόκκινα τριαντάφυλλα στην (καινούργια) γυναίκα των ονείρων μου. Το μόνο που έμαθα από τον ίδιο ήταν πως του άνοιξε την πόρτα ένα κοριτσάκι (έτσι μου είπε…) και της έδωσε τα λουλούδια. Μαζί με τα άνθη τής έστειλα και ένα φυλλάδιό μου των δημοτικών εκλογών για να της υπενθυμίσω ποιος ήμουν.

Αλλά η αγωνία με είχε κατακυριεύσει: Πώς θα αντιδρούσε η Νατάσα σε αυτή την-κάπως τολμηρή-ενέργεια; Ετσι αποφάσισα να υποδυθώ λίγο τον πράκτορα και να πλησιάσω την πολυκατοικία της. Η εικόνα που αντίκρισα έστειλε την ψυχολογία μου στα τάρταρα: κομμάτια περιτυλίγματος από την ανθοδέσμη μαζί με τσαλαπατημένα κοτσάνια και τριαντάφυλλα βρίσκονταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η περιέργειά μου ικανοποιήθηκε αλλά πληγώθηκα όσο ποτέ: Αυτή την απαίσια κατάληξη είχε η ευγενική μου κίνηση;

Προφανώς και δεν προχώρησα σε κάτι άλλο. Ηταν ολοφάνερο πως υπήρχε και τρίτο πρόσωπο, αλλά μάλλον τελικά το τρίτο πρόσωπο ήμουν… εγώ! Ο χειμώνας πέρασε γρήγορα και με τον Νικόλα και ένα φιλικό ζευγάρι ετοιμαστήκαμε να επισκεφθούμε και πάλι την Κεφαλονιά. Καταλύσαμε στο Αργοστόλι και αρχίσαμε τις… διερευνητικές μας βόλτες, χωρίς φυσικά να ελπίζω σε τίποτα με ό,τι προηγήθηκε στην Αθήνα. Πετύχαμε τη Νατασούλα στην κοσμική παραλία του Πλατύ Γυαλού αλλά και στο πλακόστρωτο να περπατάει με μια φίλη της. Διαπίστωσα πως δεν μας έριξε ούτε ένα βλέμμα. Και θεώρησα σωστό να σταματήσω να ασχολούμαι με την υπόθεση…

Αλλά με την έλευση του 2001 συνέβη κάτι εντελώς αναπάντεχο: Ενας αδερφικός μου φίλος που είχε δεσμό με μια κοπέλα μού αποκάλυψε πως τον χειμώνα του 2001 γνωρίστηκε με μια όμορφη γυναίκα από την Κεφαλονιά που την έλεγαν Νατάσα και… με θυμόταν. Παρά τις αδιανόητες περιπέτειες που έχω περάσει με δεκάδες γυναίκες αυτό μου φαινόταν εντελώς απίστευτο: Η κοπέλα που μας έστησε το 1999 στο μπαράκι, που πέταξε (αυτή ή ο φίλος της) τα λουλούδια μου από το παράθυρο, που δεν μας έδωσε την παραμικρή σημασία το προηγούμενο καλοκαίρι θα μπορούσε να με θυμάται. Και, ακόμη πιο παράξενο, να θέλει να βγούμε όλοι μαζί. Αλλά από καθαρή περιέργεια πήγα μη ελπίζοντας σε τίποτα καλό. Η Νατάσα ήταν ευγενέστατη, είχαμε μια ωραία κουβέντα ένα χειμωνιάτικο βράδυ στο Γκάζι και μου ζήτησε το τηλέφωνό μου. Το έδωσα απρόθυμα και δίχως ελπίδα αλλά την επόμενη μέρα χτύπησε το κινητό μου και ήταν η Νατάσα! Μου ανέφερε πόσο ωραία πέρασε το προηγούμενο βράδυ και ότι θα ήθελε να το επαναλάβουμε.

Την πήγα μια βόλτα με το αυτοκίνητο στο «La Costa» στη Ν. Μάκρη και κάπως έτσι τα φτιάξαμε. Με την… αδιάφορη Νατάσα. Με το κορίτσι που μας έστησε αγενέστατα στο μπαράκι. Με την κοπέλα που δεν μας έδειξε παρά μονάχα την αδιαφορία της το καλοκαίρι του 2000. Θυμήθηκα τα «Παιδιά απ’ την Πάτρα»: «Φαίνεται απίστευτο μα είναι αληθινό…». Ο φίλος που βγήκαμε μαζί το βράδυ στο Γκάζι ήρθε να μου επιβεβαιώσει την ασύλληπτη πραγματικότητα. Οταν σηκώθηκα να επισκεφθώ το μπάνιο στο μαγαζί, της πρότεινε να μου κάνουνε πλάκα πως δήθεν της άρεσα. Αλλά η Νατασούλα τον αποστόμωσε: «Μα πραγματικά μου αρέσει!!!». Ολα βάδιζαν τόσο τέλεια που δεν ήταν δυνατό να μη βλέπω όνειρο. Κοιμήθηκα στο διαμέρισμά της μερικές φορές, με γνώρισε στις φίλες της, ήθελα να της τραγουδάω καντάδες. Το ενδιαφέρον της ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Αυθόρμητα ήρθε στα χείλη μου η ερώτηση: «Αφού είσαι τόσο ερωτευμένη μαζί μου, γιατί δεν ήρθες στο ραντεβού, γιατί πέταξες τα λουλούδια, γιατί αδιαφόρησες παντελώς το καλοκαίρι για την παρουσία μου;». Η Νατάσα δεν είχε απάντηση. Ή μάλλον είχε αλλά ποτέ δεν ήταν πειστική: «Δεν τα θυμάμαι όλα αυτά…». Για μια ασήμαντη αφορμή χωρίσαμε. Εγώ προχώρησα στη ζωή μου και το καλοκαίρι του 2001 γνώρισα τη μέλλουσα σύζυγό μου. Την ερωτεύτηκα. Και της έδωσα δαχτυλίδι τον Σεπτέμβριο του 2001. Είχα αποφασίσει να την παντρευτώ.

Πού και πού ο φίλος μου με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε τα νέα της Νατάσας. Την ενημέρωνε ασφαλώς και για τη δική μου πορεία. Ωσπου, δυο μήνες περίπου πριν τον προγραμματισμένο γάμο η ίδια η Νατάσα με πήρε τηλέφωνο: «Εμαθα πως παντρεύεσαι. Αν έχεις τόση ανασφάλεια και θέλεις δέσμευση, πάμε αύριο το πρωί στην Κεφαλονιά να… αρραβωνιαστούμε και να σε γνωρίσω στους δικούς μου». Η πρόσκληση-πρόκληση θα έφερνε σε δίλημμα τον οποιονδήποτε. Αλλά εγώ είχα δώσει λόγο στη γυναίκα μου και, σαν άνδρας, δεν μπορούσα να υπαναχωρήσω. Η απάντηση της Νατάσας με ξάφνιασε: «Θα έρθω στον γάμο και θα τα διαλύσω όλα!». Στην αρχή θόλωσα αλλά έπειτα, πιο ψύχραιμα, σκέφθηκα πως δεν θα το έκανε ποτέ. Στις 14 Ιουλίου παντρεύτηκα τη γυναίκα που είχα επιλέξει από τη δουλειά μου. Και για τη Νατάσα δεν έμαθα ξανά τίποτε, αλλά συνειδητοποίησα πως καμιά άλλη γυναίκα δεν με είχε φλερτάρει τόσο έντονα στο παρελθόν. Με διεκδίκησε ως εκεί που δεν έπαιρνε. Αλλά ξέχασε κάτι βασικό. Ηρθε πρώτη στη ζωή μου, μα τερμάτισε δεύτερη. Και δεν έφταιγα εγώ γι’ αυτό.

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ