Τελικά ο, περισσότερο γνωστός παρά φίλος, Βαγγέλης αναδείχθηκε στο απόλυτο κλειδί του μυστηρίου. Δεν ήταν μονάχα εκείνος που μου αποκάλυψε το πραγματικό όνομα της κοπέλας (που ήταν και σπάνιο) αλλά με ενημέρωσε ακόμη πως μένει στο Ανω Χαλάνδρι, συχνάζει στους κεντρικούς πεζόδρομους του Χαλανδρίου και, το κυριότερο, δουλεύει στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο της πόλης. Επομένως η «γυμνάστρια», «Βριλησιώτισσα» Πέννυ ήταν ένα ανύπαρκτο πρόσωπο. Αλλά δεν χρειαζόταν να μάθει το ζευγάρι των φίλων πως γνώριζα τα πραγματικά στοιχεία της κοπέλας. Εκείνο βέβαια που με απασχολούσε περισσότερο ήταν αν οι «φαντασιώσεις» της Αρετής για το πρόσωπό μου αποτελούσαν κι αυτές ένα παραμύθι ήταν το πράγμα άρχισε να γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον…

Αλλά ο… από μηχανής θεός Βαγγέλης είχε κι άλλα να μου εξομολογηθεί. Είχε πάρει δάνειο από τη συγκεκριμένη τράπεζα και γνώριζε προσωπικά την Αρετή. Η οποία ήταν συνάδελφος της γυναίκας του φίλου μου-από εκεί γνωρίζονταν. Περνώντας μπροστά από το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με τα φιμέ τζάμια δεν μπόρεσα να αναγνωρίσω την Αρετή ανάμεσα σε κάποιες φιγούρες υπαλλήλων. Και ήταν πάντοτε ορατός ο κίνδυνος να πέσω πάνω στη γυναίκα του ζευγαριού. Αφού σύχναζε στον πεζόδρομο χρειαζόταν λίγη υπομονή και ακόμη περισσότερη τύχη, που, όπως έχει αποδειχθεί, σε τέτοιες υποθέσεις είναι στο πλευρό μου. Δεν πέρασε παρά ελάχιστος χρόνος για να την πετύχω. Στην αρχή κουμπωμένος και αμήχανος, αλλά στην πορεία χαμογελαστός και ομιλητικός της έπιασα την κουβέντα και της (ξανα)συστήθηκα. Με θυμήθηκε με ευκολία. Ολα φαινόντουσαν να πηγαίνουν ρολόι όμως υπήρχε και ένας παράγοντας που δεν είχα υπολογίσει: Και αν μιλούσε στο φιλικό μου ζευγάρι; Μόνο σίγουρη δεν είχα τη βοήθειά τους, όπως άλλωστε φάνηκε εξαρχής. Αλλά φυσικά δεν είχα αντίρρηση να το ρισκάρω.

Κάποιο μεσημέρι βρέθηκα στην καφετέρια-στέκι μου και παραδίπλα καθόταν η… λεγάμενη. Ημουν μαζί με δύο φίλους και ο ένας έκανε την κίνηση-ματ: Την πλησίασε και της ζήτησε να μου κάνει παρέα αφού εκείνοι είχαν δήθεν μια υποχρέωση και θα έφευγαν. Κι έτσι έμεινα με την Αρετή οι δυο μας στο τραπέζι. Δεν θυμάμαι καθόλου τι διαμείφθηκε μεταξύ μας-φαντάζομαι κάτι μεταξύ ανέμων και υδάτων και κάπου εκεί χωρίσαμε με μια αόριστη υπόσχεση πως θα τα ξαναλέγαμε. Τώρα που εκείνη ήταν πιο απελευθερωμένη, πίστευα πως από τα συμφραζόμενα θα μπορούσα να εξαγάγω κάποια συμπεράσματα σχετικά με το αν ενδιαφερόταν ή όχι. Ηταν όμως λίγος ο χρόνος που είχαμε βρεθεί πιο κοντά και δεν μπορούσα-ακόμα-να βγάλω ασφαλές συμπέρασμα. Και αφού οι μέρες κυλούσαν και δεν βρεθήκαμε ξανά μόνοι, πήρα την απόφαση να κάνω τη μεγάλη κίνηση παίζοντας τα… ρέστα μου. Εδώ δεν χωρούσαν πια μεσοβέζικες καταστάσεις: Ή έκλεινα ραντεβού ή έτρωγα χυλόπιτα και έκλεινε το θέμα οριστικά. Και η κατάλληλη ευκαιρία δεν άργησε να έρθει. Η Αρετή μόλις είχε αποχαιρετήσει την παρέα της όταν στον πιο εμπορικό δρόμο της πόλης τη σταμάτησα για να της μιλήσω. Μου είπε πως ήθελε να ετοιμάσει φαγητό γιατί θα ερχόταν κάποια φίλη της. Και έτσι προσφέρθηκα να… αυτοπροσκληθώ. Στη δικαιολογία της πως θα θύμωνε κάποιο αγοράκι αν με έβλεπε της απάντησα με χιούμορ πως: «Αγοράκι είναι, μέχρι να μεγαλώσει θα το έχει ξεπεράσει…». Χαμογέλασε και μου έπιασε το δάχτυλο με τη βέρα: «Και αυτό;». Πάλι απάντησα με μια… εξυπνάδα αλλά η Αρετή ήταν κάθετη: δεν θα με καλούσε σπίτι της για φαγητό ο κόσμος να χαλούσε. Την αποχαιρέτησα κι έφυγα. Οχι, δεν πικράθηκα από την άρνησή της. Εκανα ό,τι πέρναγε από το χέρι μου για να την προσεταιριστώ. Δεν δείλιασα. Δεν έκανα πίσω. Δεν φοβήθηκα. Αλλά δεν μπορείς πάντοτε να κερδίζεις-μου το είχαν διδάξει κοπέλες πολύ πριν την πανέμορφη Αρετή…

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ