Πάντα γλυκός ο λόγος της. Μέλι. Κι ας ήταν όλη της η ζωή μια θαλασσοδαρμένη σκούνα. Αφρισμένα κύματα τα χρόνια, οι μήνες οι μέρες της. Ομως εκείνη, στητή γοργόνα στην πλώρη της ζωής της.

Τρυφερός άγγελος για όλη την οικογένεεια. Για μας τα εγγόνια της, ένας Αίσωπος κι ένας Αντερσεν μαζί. Παραμύθια υφασμένα στη στιγμή, από την αστείρευτη φαντασία της. Για κόσμους και καιρούς που δεν είχε ποτέ γνωρίσει. Κι εμείς κουρνιασμένοι στη μεγάλη αγκαλιά της που χωρούσε τον κόσμο ολάκερο, κρεμόμαστε απ’ τα χείλη της, περιμένοντας με λαχτάρα το πάντα αίσιο – για χάρη μας – τέλος του παραμυθιού. Και τα παραμύθια, καταστόλιστα από  συμβουλές και παροιμίες. Οι συμβουλές της – που σκόρπιζε απλόχερα σε όλους- συμπυκνωμένη, πολύχρονη πείρα και άδολη αγάπη. Οι παροιμίες της, απόσταγμα σοφίας αιώνων. Να γράψεις βιβλίο ολόκληρο. Δεν το γράψαμε. Κρίμα.

Λυγερόκορμη και πανέμορφη. Ιδιος ο πατέρας της έλεγαν. Στα δεκαέξη της χρόνια ο παππούς, από πλούσια οικογένεια της Αμφισσας, την έκλεψε και την παντρεύτηκε. Ηταν ορφανή και φτωχή. Δεν τον συγχώρεσαν ποτέ οι δικοί του και τον αποκλήρωσαν.

Ο παππούς έκανε μεταφορές με τη “σούστα” για να ζήσει την οικογένεια. Ομως δεν αισθάνθηκαν να τους λείπει τίποτε, αφού περίσσευε η αγάπη.

Εκαναν εφτά παιδιά. Δύο κορίτσια και πέντε αγόρια. Η πρώτη κόρη πέθανε, νήπιο ακόμη, από τύφο. Εκείνα τα χρόνια αντιμετώπιζαν στωικά τον θάνατο μικρών παιδιών. Ο Θεός τα δίνει, ο Θεός τα παίρνει, έλεγαν.

Το σπίτι που ζούσαν, ήταν στην κεντρική πλατεία της πόλης και έσφυζε πάντα από ζωή. Συγγενείς, φίλοι, γνωστοί αλλά και ξένοι γνώρισαν τη γλυκιά θαλπωρή της φιλοξενίας της. Η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή και το κέρασμα έτοιμο πριν καλά-καλά καθήσουν.

“Μπάρμπα-Αντρέα” φώναζαν τα παιδιά κάποιον ασπρομάλλη φίλο. Πολύ αργότερα, όταν ο Μπάρμπα Αντρέας πέθανε, έμαθαν την ιστορία του: Δύο συμπολίτες που είχαν γειτονικούς ελαιώνες, διαφώνησαν για τα όρια της περιουσίας τους. Ο ένας απ’ αυτούς, θεωρώντας πως αδικήθηκε, προσέλαβε ένα πληρωμένο φονιά (!) για να σκοτώσει τον γείτονα. Ο φονιάς, ξένος, δεν τον γνώριζε. Του τον περιέγραψε: “ένας ψηλός, καμαρωτός, πάντα με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, που πηγαίνει αχάραγα στον ελαιώνα”. Ο πατέρας της γιαγιάς, βρέθηκε εκεί, στον λάθος τόπο, τη λάθος ώρα και δέχτηκε τη φονική μαχαιριά που προοριζόταν για άλλον!

Τον έπιασαν το φονιά και τον έκλεισαν στη φυλακή. Ισόβια. Αποφυλακίστηκε μετά από 25 χρόνια. Μετανοιωμένος, ασπρομάλλης πια πήγε κατ’ ευθείαν στη γιαγιά μου. Γονάτισε μπροστά της και της είπε: “Για το έγκλημα που έκανα πλήρωσα την πολιτεία με 25 χρόνια από τη ζωή μου. Αν όμως δεν με συγχωρέρεις εσύ που σε άφησα ορφανό τριών χρονών κοριτσάκι, δεν έχω λόγο να ζω”. Η γιαγιά μου όχι μόνο τον συγχώρεσε, αλλά και του άνοιξε διάπλατα το σπίτι της. Ο φονιάς του πατέρας της ήταν ο άγνωστος φίλος που τα παιδιά φώναζαν “Μπάρμπα Αντρέα”! Αρχαία ελληνική τραγωδία, χρυσοπλεγμένη με την υπέρτατη χριστιανική αρετή, τη  συγχώρεση!

Τα χρόνια πέρασαν. Η κόρη παντρεύτηκε από αγάπη. Οι γιοι, όλοι επισήμονες, πήραν σιγά-σιγά το δρόμο τους με την ευχή της. Τις γιορτές όμως, μας μάζευε  όλους, παιδιά και εγγόνια –σαν μάνα κλώσσα-  κοντά της.

Ο παππούς “έφυγε” σχετικά νέος. Εκείνη σπάραξε από πόνο και φόρεσε τα μαύρα που δεν έβγαλε ποτέ πια. Τη ζωή της σημάδεψε κι ο άλλος, πιο τραγικός θάνατος, αυτός του 33χρονου γιου της. “Εφυγε” κι αυτός όπως ο πατέρας της . Με μια μαχαιριά στην πλάτη , από έναν κλέφτη, στην Κρήτη όπου υπηρετούσε ως Μοίραρχος στη  Χωροφυλακή. Εκείνη λύγισε…Τον έκλαιγε ως τον θάνατό της, πολλά χρόνια μετά. Το γέλιο σπάνια άνθιζε πια στα χείλη της, αλλά η καλοσύνη ξεχείλιζε μέσα απ’ αυτή την ψιλόλιγνη μαυροφορεμένη φιγούρα. Δούλευε ασταμάτητα ως το τέλος, για να βοηθήσει όσο μπορούσε μικρούς και μεγάλους, συγγενείς, φίλους και αγνώστους ακόμη, που χτυπούσαν την πόρτα της. Με μια σοφή συμβουλή, έναν καλό λόγο, μια παρηγοριά. Ολη η ζωή της μια γλυκιά, όλο αγάπη προσφορά .

Αυτή ήταν η γιαγιά μου η Τριανταφυλλιά.  Είμαι υπερήφανη που έχω το όνομά της.

 

Δασοπούλου – Νόμπελη Αικατερίνη – Φιλιώ

Πυρηνική Χημικός