Επειδή φθόνησαν τα αμύθητα πλούτη και τη δόξα του, τον κατηγόρησαν στον σουλτάνο ότι σκόπευε στην κατάληψη του θρόνου του και αυτός διέταξε να του φέρουν το κεφάλι του στα ανάκτορα.

Ηταν ο πιο πλούσιος από τους Ελληνες, μπορεί και από τους μουσουλμάνους, κατά τον 16ο αιώνα. Τα πλούτη του προέρχονταν από την εκμετάλλευση των Αλυκών της Αγχιάλου, των οποίων ήταν γενικός έφορος. Συνδεόταν φιλικά με τον μεγάλο βεζίρη Σόκολη, περνούσε έφιππος στους δρόμους της Πόλης με οκτώ αστυνομικούς και πολλούς γενίτσαρους για συνοδεία. Για τη μεγάλη περιουσία του τον αποκαλούσαν και Μεγάλο Προμηθευτή. Κατοικούσε στην Αγχίαλο και διατηρούσε τσιφλίκια ακόμη και στον Δούναβη.

Για να αντιληφθούμε τον χαρακτήρα αλλά και τον τρόπο σκέψης του, αξίζει να αναφερθεί ένα επεισόδιο, το οποίο περιγράφει ο Δαπόντες: Κάποτε έγινε μεγάλος βεζίρης ένας μουσουλμάνος, που είχε παλιότερα στην υπηρεσία του ο Καντακουζηνός. Πήγε λοιπόν ο Μιχαήλ να τον συγχαρεί. Ο μεγάλος βεζίρης τον υποδέχθηκε λέγοντας: «Καλώς ήλθες, Μιχάλ τζελεπή (=κύριος με ευγενική καταγωγή), και σηκώθηκε όρθιος. Εκεί έτυχε να βρίσκεται και ο ιμάμης (=θρησκευτικός αξιωματούχος), ο οποίος έκανε παρατηρήσεις στον μεγάλο βεζίρη, ότι δεν άρμοζε στη θέση του να αποκαλεί «τζελεπή» έναν υποτελή του. Μόλις ο Καντακουζηνός έμαθε το γεγονός, έστειλε μήνυμα στον βεζίρη, ότι αν τον άφηνε να συζητήσει με τον ιμάμη, θα τον έκανε κι αυτόν να τον αποκαλέσει «τζελεπή». Ο βεζίρης το βρήκε διασκεδαστικό και του έδωσε την άδεια.

Πήγε λοιπόν ο Μιχαήλ στο σπίτι του ιμάμη, βρήκε τον επιστάτη του και του ζήτησε να του δώσει μια κατάσταση όπου θα ανέγραφε τις ποσότητες μελιού, ξύλων, κεριού και κριθαριού, που ξόδευε ο αφέντης του ετησίως, για να του τα κάνει δώρο. Δυο μέρες μετά, με ένα καράβι του, μετέφερε και παρέδωσε τα αναγραφόμενα. Στη συνέχεια πήγε και ο ίδιος στο σπίτι του ιμάμη, ο οποίος τον υποδέχθηκε με τα λόγια: «Καλώς ήλθες, Μιχάλ τζελεπή». Οταν το πληροφορήθηκε ο βεζίρης, ρώτησε τον Καντακουζηνό πώς το κατόρθωσε αυτό κι εκείνος του αποκάλυψε την αλήθεια. Και τότε ο βεζίρης τού είπε: «Για σεϊτάν-σιν, για σεϊτάνογλου-σιν» (δηλαδή «ή διάβολος είσαι ή παιδί διαβόλου». Εκτοτε αποκαλούσαν τους Καντακουζηνούς «σεϊτανογλούδες».

Πολλοί όμως φθόνησαν τη δόξα και τα πλούτη του Καντακουζηνού και τον διέβαλαν στον σουλτάνο ότι, δήθεν, ο επόμενος στόχος του ήταν να γίνει αυτός βασιλιάς. Ο νέος σουλτάνος Μουράτ Β’ πίστεψε τις διαδόσεις και έστειλε ανθρώπους του να του πάρουν το κεφάλι (1579) και να δημεύσουν την περιουσία του. Τα ακίνητα τα πούλησαν, αλλά τα κινητά ήταν τόσο πολλά, ώστε γέμισαν οι αγορές της Αδριανούπολης, ρίχνοντας έτσι πολύ τις τιμές τους. Για τον λόγο αυτό επικράτησε η έκφραση, για κάτι πολύ φθηνό: «Αυτό από το μεζάτι του Σεϊτάνογλου το αγόρασες;».

Το ότι η πρόθεσή του να εκθρονίσει τον Σουλτάνο οδήγησε στον αποκεφαλισμό του δεν φαίνεται να ευσταθεί λογικά. Πιο εύλογη φαίνεται η εκδοχή να του αποδόθηκε η ευθύνη για την αναταραχή στη Μολδαβία από την αποχώρηση των γενιτσαρικών τμημάτων, λόγω της τοποθέτησης των αδελφών του, Πέτρου και Αλέξανδρου, στις θέσεις των ηγεμόνων των επαρχιών της Βλαχίας και της Μολδαβίας. Λέγεται ακόμη ότι για να κατασκευάσει τα πολυτελή μέγαρα, στα οποία κατοικούσε, ξόδεψε τουλάχιστον 20.000 φλουριά, και άλλα τόσα βρέθηκαν μέσα σ’ αυτά, όταν τον σκότωσαν.

(Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΘΑΝΑΤΟΙ, Γ.Μ. Γρυντάκης, Εκδ. Σαββάλας)