Είναι περίεργη η μοίρα των ηθοποιών. Ο,τι κι αν έχουν παίξει, όσο σημαντικοί κι αν είναι, σπάνια η εντύπωσή μας τεκμηριώνεται με αυτή καθαυτή τη δουλειά τους, όσο μ’ ένα πλήθος λεπτομέρειες: μια φράση σε μια συνέντευξή τους, μια άτυχη συμπεριφορά τους σε μια πρόβα, που έτυχε να γίνει γνωστή, μισόλογα συναδέλφων ή κακεντρεχείς κρίσεις. Ισως είναι ο τρόπος για να εκτονώνεται το βάρος μιας δουλειάς που, αν το προσμετρήσει ακέραιο κανείς, θα τον κυριεύσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η αμεροληψία, αυτόματα, θα παροπλισθεί. ‘Η, για τους ίδιους τους ηθοποιούς, είναι ένας τρόπος να μην παραχωρείται κανείς στην ανάμνηση, γιατί το θέατρο είναι μια καθημερινή λειτουργία που θέλει τον ηθοποιό σε εγρήγορση, όμως, της «στιγμής», με όσο γίνεται λιγότερα συναισθηματικά ανακλαστικά – και, ιδιαίτερα, της ανάμνησης που είναι και τα πιο εξουθενωτικά.

Αν και κάθε ηθοποιός πλάθει με το ρόλο του μια «διάρκεια», οφείλει να είναι μέσα στο ρόλο «παρών» μ’ έναν τρόπο που χρειάζεται, ως αξία, το «ακαριαίο». Ισως γι αυτό ένας παθιασμένος θεατρόφιλος δεσμεύεται περισσότερο από τις αναμνήσεις του για έναν ηθοποιό, απ’ ό,τι ο ίδιος ο ηθοποιός, σε σχέση με το παρελθόν του, που έχει δημιουργήσει τις αναμνήσεις αυτές.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά όπως συλλογίζομαι τη γλυκύτατη ανθρώπινη παρουσία του Μίμη Κουγιουμτζή και μιαν αλυσίδα ρόλων του, από το «Βικτόρ, ή τα παιδιά στην εξουσία» του Αλφρέντ Ζαρρύ, ως το «Ατύχημα» του Γιάννη Χρυσούλη, μια αλυσίδα ουσιαστική, μεστή, που προϋπόθετε μιαν αφοσίωση ολοκληρωτική. Δεν μας έχουν περισσέψει οι ολοκληρωτικές αφοσιώσεις ώστε να μην εγκωμιάζουμε μια δουλειά σαράντα και πλέον χρόνων στο θέατρο – όταν, επιπλέον η δουλειά αυτή δεν εξαργυρώθηκε με τίποτε άλλο παρά με την αγωνία για την επιβίωση ενός θεάτρου, του «Θεάτρου Τέχνης». Θα επιμείνουν πολλοί ότι είχε δάσκαλο τον Κάρολο Κουν. Κακά τα ψέματα, για να υπάρξεις, έστω και «ισόβια», μαθητής, σημαίνει ότι διαθέτεις, «εν μικρώ» έστω, τις αρετές και τα προσόντα του δασκάλου. Ο ιδιοφυέστερος, μέσα στους αιώνες, δάσκαλος δεν μπορεί να καλλιεργήσει σε μιαν άγονη γη, ή να την μετατρέψει, ακόμη και στοιχειωδώς, σε εύφορη, αν το έδαφός της είναι πετρώδες. Είδαμε σκηνοθεσίες, μετά το θάνατο του Κουν, φτιαγμένες από τον Μίμη Κουγιουμτζή, που αν τις υπέγραφε ένας άλλος σκηνοθέτης, θα εξαίρονταν, αν όχι ως πρωτοποριακές (ποιος ο λόγος άλλωστε;), ως αποκαλυπτικές σίγουρα. Πρόχειρα μνημονεύουμε τη «Γέρμα» του Λόρκα, τον «Μικρό πρίγκηπα» του Εξυπερύ, «Τα ραβδιά των τυφλών» του Γιάννη Ρίτσου.

Και μόνο το γεγονός ότι ακόμα και οι ματζίρηδες και οι μικρόψυχοι του θεάτρου αναγνωρίζουν πως δεν συντρίφτηκε κάτω από το βάρος του Κουν, σημαίνει πως έκανε εξαιρετικά τη δουλειά του, τόσο ως ηθοποιός όσο και ως σκηνοθέτης.

Ο Μίμης Κουγιουμτζής, προς τιμήν του, υπήρξε δημιούργημα μιας παιδείας, που όταν αναλογίζεται κανείς, εκ των υστέρων, τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε, τη λογαριάζει ως την πιο δραστήρια, την πιο ποιητική. Δεν ξέρω αν προσήλθε στο θέατρο από έφεση πραγματική ή τυχαία, ή ακόμη αν είχε πλήρη συνείδηση τα πρώτα χρόνια της μαθητείας του κοντά στον Κουν, τι ήταν εκείνο που πραγματικά «συνέβαινε» γύρω του. Σίγουρα όμως, όταν χρειάστηκε να πιεστεί για να δουλέψει και να αποδώσει εκείνο που είχε ζήσει, το εκτίμησε πολύ περισσότερο από οιονδήποτε που θα είχε προσέλθει με σεβασμό, ίσως και δέος, υποβάλλοντας ένα ύποπτο θαυμασμό. Θέλω να πω πως όταν θυμήθηκε και αναλογίστηκε εκείνο που είχε ζήσει για κάμποσα χρόνια, αποδείχτηκε αμέσως στο ύψος του. Δεν υπάρχει συγκλονιστικότερη παιδεία από αυτή που αποκτάται όταν κάτι, που μπορεί να μας ήταν ακόμη και αδιάφορο, έρχεται η ζωή και το «γεμίζει» και το μεταβάλλει σε σημαντικό.

Οταν γνωρίσαμε το θέατρο «επίσημα», στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η παρουσία του Μίμη Κουγιουμτζή στο θέατρο θα «στοιχειώνει», ως το τέλος της ζωής μας, τις αναμνήσεις μας. Μια παρουσία, μέσα στις λίγες ή τις πολλές, αδιάφορο, ανθρώπων που τους συγκρατεί η μνήμη ως παθιασμένους για μια γενικότερη αλλαγή στον κόσμο που, ωστόσο, δεν επαληθεύτηκε. Είναι φαίνεται της μοίρας καμία προσδοκία να μην επαληθεύεται, αλλά η ευφορία του κλίματος που μέσα του καλλιεργήθηκε η προσδοκία αυτή, κάνει τους καλλιτέχνες που το επανδρώσανε αλησμόνητους. Κάτι περισσότερο: τους μεταβάλλει σε ένα είδος σκοτεινών προφητών, όσον αφορά βέβαια στην προσωπική μας ζωή, και όχι ασφαλώς εκείνη της ανθρωπότητας.

Ο ερωτισμός της άγουρης εφηβείας που εξέπεμπε τα πρώτα χρόνια της παρουσίας του στο θέατρο, το πρόσωπο του Μίμη Κουγιουμτζή, συνδυασμένος με έργα του Ιονέσκο, του Ο’ Νηλ, της Λούλας Αναγνωστάκη, υποβάλλει ταυτόχρονα, διαδηλώσεις στη Σταδίου, ξενύχτια στις μπουάτ, ηδονικά Εξάρχεια, ένα μυστήριο τέλος, που περιέβαλε το «Θέατρο Τέχνης», μυστήριο που παραβιαζόταν εν μέρει, με τη κάθοδο στις παραστάσεις του. Κι όταν, στη συναναστροφή αργότερα με τον Μίμη Κουγιουμτζή, ήρθε να προστεθεί η βεβαιότητα ενός ανθρώπου συνεσταλμένου, που ήξερε να χαμηλώνει τα μάτια και, όταν χαμογελούσε ή γελούσε, οι σκιές στο βάθος των ματιών γίνονταν εντονότερες, τότε, ακόμη και στους πιο ανυποψίαστους δημιουργήθηκε η συνείδηση ενός «ταμένου».

Ενας «ταμένος» ήταν ο Μίμης Κουγιουμτζής.

(Πηγή: Ελληνες ηθοποιοί, Θανάσης Νιάρχος, Εκδ. Καστανιώτης)