Η Κίνα έχει τον δικό της Μεγάλο Κατακλυσμό, που συνέβη επί της βασιλείας του μυθικού αυτοκράτορα Γιάο (πιθανόν 2356-2255 π. Χ.). Ο θρύλος δεν δίνει συγκεκριμένη περιοχή για τις πλημμύρες, ούτε αναφέρει κάποιον ποταμό ως την κύρια αιτία, αλλά επειδή ο κινεζικός πληθυσμός αναπτύχθηκε γύρω από τις όχθες του Κίτρινου ποταμού, εικάζεται ότι περιγράφει τις τακτικές πλημμύρες του συγκεκριμένου ποταμού, που έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα καταστροφικές. Στη συγκεκριμένη ιστορία, ο κατακλυσμός είναι μια φυσική και όχι θεόσταλτη τιμωρία, και η δράση εστιάζεται γύρω από τις προσπάθειες που κάνουν τρεις μυθικοί κινέζοι ήρωες, ο Γκαν, ο Σουν και ο Γου ο Μέγας (περίπου 2200-2100 π. Χ.), για να ελέγξουν τα νερά από τις πλημμύρες.

Μετά από εντολή του αυτοκράτορα Γιάο, ο πρώτος από τους τρεις ήρωες, ο Γκαν, προσπαθεί να περιορίσει τα νερά με αναχώματα και φράγματα, αλλά αποτυγχάνει. Ο Σουν που διαδέχεται τον αυτοκράτορα Γιάο, επιχειρεί να παρακάμψει το πρόβλημα με διοικητικές μεταρρυθμίσεις που κατορθώνουν να δημιουργήσουν διαύλους επικοινωνίας μεταξύ των πλημμυρισμένων περιοχών, όμως το πρόβλημα λύνει τελικά ο γιος του Γκαν, ο Γου ο Μέγας, αναπτύσσοντας ένα σύστημα διαχείρισης των υδάτων που αποστραγγίζει το πλεονάζον νερό από τις πληγείσες περιοχές. Στην προσπάθειά τους να υπερνικήσουν τον Μεγάλο Κατακλυσμό, οι τρεις άνδρες δημιούργησαν τις αγροτικές και αρδευτικές τεχνικές , καθώς επίσης και τις τεχνικές διαχείρισης γαιών και γεωργικής υδραυλικής, πάνω στις οποίες στηρίχθηκε ο αρχαίος κινεζικός πολιτισμός. Ο Γου ο Μέγας θεωρείται ιδρυτής της πρώτης αυτοκρατορικής δυναστείας της Κίνας, της μυθικής Σία (περίπου 2700-1600 π. Χ.), για την οποία οι αρχαιολόγοι δεν έχουν βρει ακόμα απτές αποδείξεις. Συνεπώς, ο μύθος δεν αναφέρεται απλώς σε μια φυσική καταστροφή, αλλά αποτελεί μια αλληγορία για την ανάδυση του ανθρώπινου πολιτισμού από το χάος του φυσικού κόσμου, ενώ ταυτόχρονα υπογραμμίζει τη σημασία των ποταμών στην πρώιμη κινεζική κοινωνία.

Τρεις μεγάλοι ποταμοί κυλούν από τα ανατολικά προς τα δυτικά, διασχίζοντας την Κίνα: Στα βόρεια βρίσκεται ο Κίτρινος ποταμός, στα νότια ο Γιανγκτσέ, και μεταξύ τους ο ποταμός Χουάι με τους πολλούς παραποτάμους του. Τα ποτάμια, και ειδικά ο Κίτρινος ποταμός, αποκαλούνται «μητέρες της Κίνας» επειδή τα νερά τους έχουν θρέψει τον τεράστιο πληθυσμό της Κίνας από την αρχαιότητα. Δυστυχώς, με την ίδια ευκολία μπορούν να πάρουν τη ζωή που χαρίζουν τόσο γενναιόδωρα. Η χειρότερη «φυσική – ανθρωπογενής» καταστροφή του 20ου αιώνα, με εξαίρεση τους λιμούς και τις πανδημίες, ήταν οι πλημμύρες που έπληξαν την Κίνα το 1931.

Ο Κίτρινος ποταμός είναι ο πιο επικίνδυνος από τους τρεις επειδή διασχίζει το οροπέδιο Χουανγκτού. Η ασβεστολιθική λάσπη που συσσωρεύεται στην περιοχή δημιουργεί ένα πορώδες προσχωσιγενές στρώμα εδάφους και είναι ιδιαίτερα επιρρεπές στη διάβρωση. Φυσικά, ένα μεγάλο ποσοστό της λάσπης καταλήγει στον Κίτρινο ποταμό, καθώς κινείται προς τα δυτικά ακολουθώντας έναν τεράστιο βρόχο, με προορισμό την πεδιάδα της Κίνας και τη θάλασσα, δίνοντας στον ποταμό το όνομά του από τα χαρακτηριστικά λασπωμένα, κίτρινα νερά του, αλλά και την κινεζική έκφραση «όταν ο Κίτρινος ποταμός γίνει διάφανος», που έχει παρόμοια σημασία με άλλες γνωστές εκφράσεις, όπως «όταν παγώσει η κόλαση».

Τα πλούσια σε φερτές ύλες νερά αποτελούν δώρο της φύσης για τους αγρότες, αλλά οι προσχώσεις συγκεντρώνονται και στην κοίτη του ποταμού, αυξάνοντας τη στάθμη της. Οταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες και συσσωρευτούν αρκετές προσχώσεις, και οι βροχές και τα λιωμένα χιόνια ανεβάσουν τη στάθμη του νερού, τότε η ροή του ποταμού μπορεί να διαφοροποιηθεί με ολέθριες συνέπειες. Για να αντιμετωπίσουν αυτό το ενδεχόμενο οι Κινέζοι είχαν ξεκινήσει να κατασκευάζουν αναχώματα για να αποτρέψουν την αλλαγή της ροής. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρίσκεται ο ποταμός ψηλότερα από την περιβάλλουσα πλημμυρική κοίτη σε ορισμένες περιοχές και εδώ πρόκειται για ποταμό με τέτοιο πλάτος και βάθος που μπορούν να τον διασχίσουν ποντοπόρα πλοία.

Η ξηρασία που είχε ξεκινήσει το 1928 τελείωσε το 1931 με ασυνήθιστα έντονες βροχοπτώσεις σε ολόκληρη την περιοχή. Σε συνδυασμό με το λιώσιμο του υπερβολικού χιονιού στις πηγές των ποταμών στο Θιβέτ, το επιπλέον νερό κατέκλυσε τα υπάρχοντα συστήματα διαχείρισης των υδάτων, τάφρους αναχώματα και κανάλια, πλημμύρισε εκατομμύρια στρέμματα αγροτικών εκτάσεων της Κίνας και σκέπασε αρκετές μεγάλες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης και της τότε πρωτεύουσας Ναντσίνγκ. Η υψηλότερη στάθμη νερού καταγράφηκε στην πόλη Χανκού (κομμάτι της σημερινής Γουχάν), όπου τα νερά έφτασαν σε ύψος 16 μέτρων πάνω από το φυσιολογικό.

Το 1931, η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση ακήρυχτου πολέμου με την ιαπωνική αυτοκρατορία, ενώ σπαρασσόταν και από εσωτερικές διαμάχες μεταξύ του Εθνικιστικού Κουόμιντανγκ και του Κομμουνιστικού Κόμματος του Μάο Τσετούνγκ. Στο χάος που ακολούθησε οι πληγέντες έλαβαν ελάχιστη βοήθεια. Εκατομμύρια άνθρωποι πνίγηκαν όταν τα ποτάμια ξεπέρασαν τα αναχώματα και τα φράγματα. Εκατομμύρια άλλοι λιμοκτονούσαν και πολλοί πέθαναν τελικά από επιδημίες υδατογενών ασθενειών όπως η χολέρα, ο τύφος, και η δυσεντερία. Τα νερά άρχισαν να υποχωρούν ύστερα από πέντε μήνες.

Εξι χρόνια αργότερα οι Κινέζοι είχαν να αντιμετωπίσουν μια καθαρά «ανθρωπογενή» αυτή τη φορά καταστροφή, τον Β’ Σινο-ιαπωνικό πόλεμο, ο οποίος ξέσπασε το 1937.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Καταστροφές της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος),