# Το βράδυ της 8ης προς 9η Φεβρουαρίου 1855, πατημασιές όμοιες με οπλές, εμφανίστηκαν πάνω στο χιόνι στο χωριό Ντέντμοντ, στον βόρειο Καναδά. Αυτές οι πατημασιές που ήταν 6,5 με 3,5 εκατοστά και απείχαν 20 εκατοστά η μία από την άλλη, συνεχίστηκαν μέχρι την εξοχή, σε μια απόσταση 100 χλμ. Ακολουθούσαν κυρίως μια ευθεία γραμμή. Ταξίδεψαν κατ’ ευθείαν μέσα από σπίτια, λίμνες, αποθήκες και άλλα εμπόδια. Οι πατημασιές εμφανίστηκαν σε στέγες και τοίχους που βρέθηκαν στο δρόμο αυτού του πλάσματος. Οι πατημασιές έδειχναν να πέρασε το πλάσμα αυτό μέσα από σωλήνες, στενούς ακόμη και 3 εκατοστά. Λες και ο «ιδιοκτήτης» της πατημασιάς μπορούσε να χωρέσει εκεί.

Υπήρχαν αναφορές για εμφανίσεις μιας διαβολικής φιγούρας στην περιοχή. Πολλοί κάτοικοι της πόλης οπλίστηκαν και προσπάθησαν να εντοπίσουν το πλάσμα αργότερα, αλλά χωρίς επιτυχία.

Το βράδυ της 12ης Μαρτίου του 1909, παρουσιάστηκαν σημάδια παρόμοια με εκείνα του 1855. Κανένας δεν μπόρεσε να εξηγήσει τι ήταν το πλάσμα που άφησε τα σημάδια εκείνα τα βράδια. Μπορεί, άραγε, ένα διαβολικό πλάσμα να επισκέφθηκε την πόλη εκείνες τις νύχτες;

# Υπάρχουν πράγματι ζόμπι; Ας δούμε την ιστορία της Φελίσια.

Η Φελίσια Μέντορ πέθανε το 1907, μετά από μια ξαφνική αρρώστια. Οταν την έντυναν για να την κηδέψουν, παρατήρησαν ένα σημάδι στο σώμα της που έδειχνε ότι είχε επιλέξει να γίνει ζόμπι.

Το 1936 η γυναίκα αυτή βρέθηκε να περιπλανάται σε μια μικρή πόλη, στη φάρμα που ανήκε στον πατέρα της. Ηταν ντυμένη με κουρελιασμένα ρούχα και περπατούσε παραπατώντας, χωρίς προορισμό. Η γυναίκα αυτή είχε πεθάνει πριν από 30 χρόνια. Επειδή φαινόταν πολύ άρρωστη, μεταφέρθηκε σε δημόσιο νοσοκομείο. Ο γιατρός που την εξέτασε είπε πως : «Είχε περιστασιακά ξεσπάσματα γέλιου, χωρίς φανερή αιτία και χωρίς να χαίρεται πραγματικά. Πολύ συχνά αναφερόταν στον εαυτό της είτε στο πρώτο, είτε στο τρίτο πρόσωπο, χωρίς διάκριση. Είχε χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου και έμοιαζε αδιάφορη για τους ανθρώπους και τα πράγματα γύρω της».

Ακόμη ως σήμερα, κανείς δεν γνωρίζει τι πράγματι συνέβη στη Φελίσια. Είναι δυνατόν κάποιος να την ανέστησε ή υπάρχει άλλη λογική εξήγηση για το μυστήριο;

# Μια φαινομενικά φυσιολογική ημέρα, το 1954, ένας φυσιολογικός άντρας πήρε το αεροπλάνο για το Τόκιο. Μα, μόλις το αεροπλάνο προσγειώθηκε και πήγε στον έλεγχο των διαβατηρίων, ο ελεγκτής ενοχλήθηκε από τη χώρα προέλευσής του. Δεν ήταν λόγοι φυλετικής διάκρισης. Το διαβατήριο έγραφε μια χώρα που κανείς δεν είχε ως τότε ακούσει, τη χώρα Τορντ. Ο μυστηριώδης άντρας εξήγησε πως η χώρα του βρισκόταν ανάμεσα στη Γαλλία και την Ισπανία. Του ζήτησαν να τη δείξει στο χάρτη και εκείνος έδειξε το Πριγκιπάτο της Ανδόρας. Επέμενε πως δεν είχε ακούσει ποτέ για την Ανδόρα και πως το Τορντ υπήρχε εκεί για πάνω από 1.000 χρόνια. Ισχυρίστηκε επίσης πως αυτό το ταξίδι το έκανε συνεχώς τα τελευταία πέντε χρόνια. Στο διαβατήριο φαινόταν πως ο άντρας έλεγε την αλήθεια, καθώς έφερε όλες τις απαιτούμενες σφραγίδες, επίσης είχε μαζί του νομίσματα από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες που είχε επισκεφθεί. Είχε ακόμη και ένα δίπλωμα οδήγησης, που τον έδειχνε ως κάτοικο αυτής της άγνωστης χώρας, και είχε επιταγές από μια άγνωστη τράπεζα.

Ο ταξιδιώτης, στάλθηκε σε ένα ξενοδοχείο, κοντά στο αεροδρόμιο, μέχρι να αποφασισθεί η περαιτέρω πορεία του. Δύο πεπειραμένοι αστυνομικοί του αεροδρομίου φύλαγαν έξω από την πόρτα του. Το πρωί ανακάλυψαν πως ο μυστηριώδης ταξιδιώτης είχε εξαφανισθεί, μαζί με όλες τις αποσκευές του, χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος της παρουσίας του. Το δωμάτιο βρισκόταν στον 15ο όροφο του ξενοδοχείου, και είχε μόνο μία έξοδο, το παράθυρο, από το οποίο ήταν αδύνατον να βγει.

Η αστυνομία του Τόκιο έκανε μεγάλη έρευνα σε όλη την ευρύτερη περιοχή, αλλά δεν κατόρθωσε να βρει κάποιο ίχνος του ταξιδιώτη.

Υπάρχει η θεωρία πως αυτός ο άνθρωπος ήρθε από μια άλλη διάσταση και επέστρεψε στο Τορντ. Ομως το μυστήριο παραμένει άλυτο.

# Η εξαφάνιση ενός ατόμου χωρίς να αφήσει ίχνη πίσω του, είναι πάντοτε ένα μεγάλο μυστήριο. Οταν όμως εξαφανίζεται όχι ένα άτομο, αλλά ολόκληρο χωριό 2.000 κατοίκων με άντρες, γυναίκες και παιδιά, το μυστήριο πηγαίνει σε άλλο επίπεδο.

Τον Νοέμβριο του 1930, ένας κυνηγός ονόματι Τζόνι Λέμπεν, ταξίδεψε με τα παγοπέδιλά του σε ένα χωριό Εσκιμώων, τη Λίλι, στον Β. Καναδά. Ο Τζόνι γνώριζε καλά το χωριό και τους κατοίκους του γιατί είχε συναλλαγές μαζί τους.

Οταν ο Τζόνι έφτασε στο χωριό, δεν υπήρχε ψυχή ζώσα. Οι σκηνές και τα σπίτια ήταν άδεια. Βρήκε μια μισοσβησμένη φωτιά και επάνω ένα καζάνι με καμένο φαγητό. Ειδοποίησε τις τοπικές αρχές. Ολα τα πράγματα των Εσκιμώων, συμπεριλαμβανομένων των όπλων και του φαγητού τους, βρίσκονταν ακόμη απείραχτα στις αποθήκες. Δεν βρέθηκαν ίχνη από πατημασιές, που κανονικά θα υπήρχαν αν 2.000 άνθρωποι είχαν εγκαταλείψει το χωριό. Επίσης 300 μέτρα πιο μακριά από το χωριό, τα σώματα από επτά σκυλιά βρέθηκαν να έχουν λιμοκτονήσει, παρόλο που οι αποθήκες των σπιτιών ήταν αφύλακτες. Μερικοί, από γειτονικά χωριά, ανέφεραν ότι το βράδυ της εξαφάνισης, παράξενα φώτα εμφανίστηκαν πάνω από το χωριό. Ακόμη, όλοι οι τάφοι του νεκροταφείου είχαν ανοιχθεί και τα σώματα έλειπαν. Ηταν ολοφάνερο πως δεν τα είχαν σκάψει άγρια ζώα.

Τι συνέβη εκείνο το βράδυ, που έκανε 2.000 άτομα να εξαφανισθούν; Αυτό θα παραμείνει για πάντα ένα μυστήριο.

(Πηγή: You Tube)