Πήρα τους ίσκιους απ’ τη ρέμβη των ματιών

κι έβαψα τα πανιά του καραβιού σου.

Πήρα τη γεύση των κυμάτων

κι έβαψα τη διάπυρη καρδιά μου

για ν’ ατσαλώσει.

 Πέταξες το μαντίλι μεσοπέλαγα

-το λευκομάντιλο που μ’ αποχαιρετούσες-

κι έγινε νήσος που στα βράχια της ναυάγησα

για ν’ αγναντέψω στον ορίζοντα

το πέρασμά σου…

Και το προτίμησα να μείνω ναυαγός

παρά ν’ ανάψω μια φωτιά για να με βρούνε,

γιατί στην άμμο του νησιού, όπου ναυάγησα,

βρέθηκε κεντημένο τ’ όνομά σου.

 

Κώστας Μπιζάνος

7.8.1958