Οι φωτογραφίες με τις «Νεράιδες του Κόττινγκλι», που παρουσιάστηκαν μεταξύ 1917 και 1920, δεν δημιουργήθηκαν από δασκάλους της απάτης, αλλά από δύο νεαρά κορίτσια: Την Ελσι Ράιτ και τη μικρότερη εξαδέλφη της Φράνσις Γκρίφιθς. Οι φωτογραφίες όμως τράβηξαν την προσοχή του ίδιου του Σερ Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, δημιουργού του πασίγνωστου φανταστικού αστυνομικού Σέρλοκ Χολμς. Ο Κόναν Ντόιλ ήταν αυθεντία σε θέματα υπερφυσικά. Πίστεψε πως οι φωτογραφίες ήταν γνήσιες, με αποτέλεσμα να κάνουν αίσθηση διεθνώς.

Τα τέλη της πρώτης και οι αρχές της δεύτερης δεκαετίας του εικοστού αιώνα ήταν μια δύσκολη περίοδος στη δυτική Ευρώπη. Βρισκόταν σε εξέλιξη ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), με συνέπεια τον αφανισμό μιας ολόκληρης γενιάς νέων ανδρών. Ηταν ακριβώς ο κατάλληλος καιρός για λίγη μαγεία που θα φώτιζε κάπως τη γκρίζα μελαγχολία του πολέμου. Η Ελσι, μαζί με τη μικρότερη εξαδέλφη της την Φράνσις περνούσαν μαζί το καλοκαίρι του 1917, στο σπίτι της Ελσι, στο χωριό Κόττινγκλι, στη βόρεια Βρετανία. Ο πατέρας της Ελσι ήταν ηλεκτρολόγος μηχανικός, και υπερήφανος ιδιοκτήτης μιας – σπάνιας για την εποχή – φωτογραφικής μηχανής με αρνητικά σε πλάκες. Μια μέρα του Ιουλίου, τα κορίτσια γύρισαν από έναν περίπατο, ισχυριζόμενες ότι είχαν δει νεράιδες. Ο πατέρας της Ελσι φυσικά δεν τις πίστεψε.

Αποφασισμένη να διαψεύσει τον πατέρα της, η Ελσι του ζήτησε να της δανείσει τη φωτογραφική μηχανή, χωρίς να του αποκαλύψει ότι ήξερε τον χειρισμό της. Ο κ. Ράιτ της την έδωσε. Τα κορίτσια επέστρεψαν μια ώρα μετά, λέγοντας ότι φωτογράφισαν τις νεράιδες. Ο πατέρας εμφάνισε την πλάκα ο ίδιος. Πράγματι, στη φωτογραφία, εκτός από τα δύο κορίτσια, φαίνονταν τέσσερα μικροσκοπικά, φτερωτά πλάσματα να χορεύουν μέσα στα φυλλώματα του κοντινού τοπίου. Τον Σεπτέμβριο ακολούθησαν κι άλλες φωτογραφίες, που απεικόνιζαν την Ελσι παρέα μ ένα παράδοξο φτερωτό ξωτικό με μυτερό καπέλο, καλσόν και γενειάδα. Ο πατέρας της Ελσι εξακολούθησε να αμφιβάλλει, αλλά η μητέρα της, που ενδιαφερόταν για τις απόκρυφες επιστήμες, πίστεψε πως ήταν γνήσιες.

Ενα χρόνο αργότερα, η Φράνσις έστειλε ένα γράμμα σε μια φίλη της στη Ν. Αφρική, αναφέροντας τις νεράιδες και βάζοντας αντίγραφα δύο φωτογραφιών και προσθέτοντας: «Δεν έχω δει νεράιδες στη Ν. Αφρική, πρέπει να είναι πολλή ζέστη γι’ αυτές». Το 1919, η μητέρα της Ελσι παραβρέθηκε σε μία συνέλευση της Θεοσοφικής Εταιρείας, με θέμα τις νεράιδες. Εκεί ανέφερε τις φωτογραφίες της κόρης και της ανιψιάς της. Το 1920 οι φωτογραφίες έφτασαν στα χέρια του Θεοσοφιστή Εντουαρντ Γκάρντνερ, ο οποίος πίστεψε ότι ήταν γνήσιες. Τις έδειξε στον φίλο του, επίσης πνευματιστή Σερ Αρθουρ Κόναν Ντόιλ, που κατά σύμπτωση έγραφε ένα άρθρο σχετικό με νεράιδες για το περιοδικό Strand Magazine.Ο Κόναν Ντόιλ έδειξε τις φωτογραφίες σε άλλους ειδικούς του υπερφυσικού, οι οποίοι διχάστηκαν σχετικά με γνησιότητά τους. Για να λυθεί το ζήτημα ο Κόναν Ντόιλ ζήτησε από τον Γκάρντνερ να πάει στο Κόττινγκλι για να συναντήσει τον Ράιτ και να δώσει στα κορίτσια φωτογραφικές μηχανές και πλάκες, ώστε να πάρουν περισσότερες φωτογραφίες. Οι πλάκες ήταν σημαδεμένες κρυφά, ώστε να μην είναι δυνατή η αλλαγή τους από τα κορίτσια ή από τον πατέρα της Ελσι, τον οποίον υποψιάζονταν για συμμετοχή σε πιθανή απάτη. Από το ταξίδι προέκυψαν ακόμα τρεις φωτογραφίες : από μία για κάθε κορίτσι, που εμφανιζόταν μαζί με μια νεράιδα, και η πιο μυστηριώδης στην οποία δόθηκε ο τίτλος «Το ηλιόλουτρο της Νεράιδας», που απεικόνιζε ημιδιαφανείς νεράιδες, γύρω από μια δομή σαν κουκούλι – το ηλιόλουτρο του τίτλου. Ο Γκάρντνερ και ο Κόναν Ντόιλ ήταν ενθουσιασμένοι, πιστεύοντας ότι οι φωτογραφίες αποτελούσαν απόδειξη της πίστης τους στον κόσμο των πνευμάτων. Το 1922, ο Κόναν Ντόιλ δημοσίευσε τις φωτογραφίες στο βιβλίο του «Η έλευση των νεραϊδών».

Ο Γκάρντνερ και ο Κόναν Ντόιλ έδειξαν τις πλάκες σε ειδικούς της φωτογραφίας, καθώς και σε ειδικούς της Κodak. Αυτοί διαβεβαίωσαν πως τα αρνητικά δεν ήταν περιείχαν διπλές εικόνες σε επικάλυψη, αλλά αρνήθηκαν να πιστοποιήσουν τη γνησιότητά τους, αφού θα μπορούσαν π.χ. να είναι φωτογραφίες άλλων έτοιμων, «πειραγμένων» φωτογραφιών. Επίσης, η μορφή που είχαν οι νεράιδες ήταν όπως οι τυπικές νεράιδες του παραμυθιού, αλλά είχαν ύποπτα σύγχρονη κόμμωση.

Δεχόμαστε ότι οι φωτογραφίες δεν ήταν γνήσιες, αλλά ποιος επινόησε και διέπραξε τη φάρσα; Ο κ. Ράιτ που διέθετε την τεχνογνωσία, τις είχε από την αρχή αποκηρύξει. Η κ. Ράιτ πίστευε σ’αυτά, αλλά δεν διέθετε τεχνική ικανότητα. Μένουν τα κορίτσια. Η Φράνσις ήταν μόλις δέκα ετών το 1917 και μπορεί απλώς να βοήθησε. Η Ελσι όμως που ήταν δεκαέξι ετών, είχε καλλιτεχνικό ταλέντο και πείρα στο μοντάζ φωτογραφιών, αφού δούλευε σε φωτογραφικό εργαστήριο στη διάρκεια του πολέμου. Διέθετε και τις ικανότητες και την τεχνογνωσία για να δημιουργήσει τις πλαστές φωτογραφίες.

Δεν χρειάζονταν περίπλοκες εργαστηριακές τεχνικές. Ο πιο απλός τρόπος να δημιουργηθούν οι νεράιδες ήταν να κοπούν από χαρτί ή ύφασμα, να ζωγραφιστούν και να κρατηθούν όρθιες με καρφίτσες ή σύρμα. Η Ελσι και η Φράνσις έδωσαν πολλές συνεντεύξεις σχετικά με τις φωτογραφίες, μόνο όμως το 1981 και το 1986, που είχαν πεθάνει οι περισσότεροι ενδιαφερόμενοι, η Ελσι παραδέχθηκε ότι οι νεράιδες ήταν αποκόμματα στηριγμένα σε καρφίτσες καπέλων. Η Φράνσις απλώς είπε ότι οι φωτογραφίες δεν ήταν γνήσιες.

Δύο κοριτσάκια όμως, είχαν κατορθώσει να ξεγελάσουν πολλούς μεγάλους και πεπειραμένους ειδικούς για πολλά χρόνια.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Απάτες της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)