Οταν οι πολιτικοί θέλουν να κολακεύσουν κάποια επαγγελματική ομάδα, την οποία έχει εκθέσει όμως ανεπανόρθωτα ένας εκπρόσωπός της, επιδεικνύοντας ανήθικη συμπεριφορά, αναφέρονται στο χιλιοειπωμένο και πλέον αφόρητα βαρετό κλισέ: “Δεν σημαίνει πως επειδή ένας (στρατιωτικός, εργολάβος, δικηγόρος, εφοριακός, ταξιτζής κ.λπ.) συμπεριφέρθηκε με τον τάδε ή τον δείνα τρόπο ότι πρέπει να τους καταδικάσουμε όλους γιατί η συμπαθής τάξη των… μπλα, μπλα, μπλα…”.
Συνηθισμένη δικαιολογία, που όμως τις περισσότερες φορές δεν αποδίδει και την πραγματικότητα, αφού ο “επαγγελματίας” που κατηγορείται για ανάρμοστη συμπεριφορά δεν είναι ποτέ μόνος του και, δυστυχώς, σε πολλές επαγγελματικές κατηγορίες το ποσοστό των “επαγγελματιών” (προσέξτε τα εισαγωγικά) προσεγγίζει ή και ξεπερνάει το 50%……

Για να μη σας κουράζω όμως, φίλοι αναγνώστες, σήμερα θα ήθελα να σας γράψω για τους γιατρούς. Οπως φυσικά γνωρίζετε, παρακολουθώντας με… ανελλιπώς έχω επισκεφθεί ουκ ολίγους. Ολων των ηλικιών, των ειδικοτήτων και των… συμπεριφορών. Αναζητώντας τα αίτια ψυχοσωματικών και μη συμπτωμάτων και επιχειρώντας να θεραπεύσω τις (συνήθως φανταστικές) ασθένειες που είχα πειστεί ότι με είχαν προσβάλει. Αυστηροί καθηγητές που με κοίταζαν σοβαροί πίσω από τα γυαλιά τους, χαμογελαστοί νεαροί που μειδιούσαν στην περιγραφή άσχετων μεταξύ τους και ασήμαντων συμπτωμάτων, “ξερόλες” που μου αράδιαζαν όλες τις πιθανές αρρώστιες για τις οποίες είχαν διαβάσει στις μακροχρόνιες σπουδές τους, σχολαστικοί που με υπέβαλαν σε αναρίθμητες εξετάσεις, φαρμακομανείς που με αντιμετώπιζαν σαν πειραματόζωο, τόσοι και τόσοι αναγνωρίσιμοι από όλους μας χαρακτήρες.
Περίοπτη θέση στη λίστα των γιατρών που κατά καιρούς και με διάφορες δικαιολογίες επισκέφθηκα κατέχουν αναμφισβήτητα οι δερματολόγοι.
Διεκδικώντας επάξια τον τίτλο του πιο… λευκού Ελληνα, συχνό θύμα ρατσισμού από… την ανάποδη: “Πω, πω, γιατί είσαι τόσο άσπρος;”, “Ρε, συ, Ρένο, κατράμι είσαι…”, “Καλά, δεν κάνεις μπάνια;”, μάταια προσπαθούσα να πείσω τους ηλιοκαμένους φίλους μου πως και μπάνια κάνω, και στη θάλασσα μπαίνω και στον ήλιο ξεροψήνομαι με τις ώρες. Αλλά για να καταφέρω τον… πολυπόθητο στόχο να κυκλοφορώ τον Σεπτέμβριο έστω και ελαφρώς μαυρισμένος, θα έπρεπε να φθάσω σε… τριψήφιο αριθμό βουτιών! Με τόσο άσπρο δέρμα, ήταν κάτι περισσότερο από αναμενόμενο ότι μεγαλώνοντας θα αποκτούσα έναν σωρό φωτοαλλεργίες.
Περνώντας τα χρόνια, πείστηκα ότι πρέπει να ζήσω με το πρόβλημά μου. Συνήθισα τα περιπαικτικά σχόλια, προσπάθησα να ξεχάσω την ενοχλητική φαγούρα, σταμάτησα να ρίχνω κλεφτές ματιές στον καθρέπτη για να διαπιστώσω αν ελάχιστα μαύρισα. Αλλά πριν από 29 χρόνια, το καλοκαίρι του 1992, παραθερίζοντας στην Ακράτα, το πρόβλημα δραματικά επιδεινώθηκε. Εχοντας μελανιάσει από το ξύσιμο, γεμάτος αντιαισθητικά σπυράκια, είχα τη φαεινή έμπνευση να πεταχτώ μέχρι το κέντρο υγείας της περιοχής. Και ύστερα από εξαντλητική αναμονή, καταδέχθηκε να με δει κάποιος “γιατρός”. Ανάγωγος με μπλαζέ ύφος χιλίων καρδιναλίων, αντί να με εξετάσει, ξεκίνησε το… κήρυγμα: “Και κοιτάξτε να δείτε, έρχεστε εδώ ό,τι ώρα σας καπνίσει και μας ξενυχτάτε, εσείς που μεθάτε κάθε βράδυ (!!!) και μας τρώτε τον χρόνο μας…”.
Κοίταξα, ασυναίσθητα, το ρολόι μου. Ηταν τέσσερις το μεσημέρι… Και… μεθυσμένος; Πότε; Αλλά αυτός ο ανεκδιήγητος “γιατρός” δεν έλεγε να σταματήσει. Από τι, αλήθεια, τον απασχολούσαμε; Μήπως δεν ήταν στη δουλειά του; Και αν δεν του άρεσε, γιατί έγινε γιατρός; Η επίσκεψη τελείωσε με μια πρωτοποριακή συμβουλή: “Εάν σας πειράζει, μην κάθεστε στον ήλιο”. Απόσταγμα μοναδικής σοφίας, λόγια μεστά νοήματος από τον μεγαλύτερο σκιτζή που έχω γνωρίσει μέχρι σήμερα. Τώρα, συμπληρωμένα σχεδόν 29 χρόνια μετά, δεν έχω συγχωρήσει τον εαυτό μου από τη (μη) αντίδρασή μου. Από την άλλη μεριά, πιστεύω ότι στην καλύτερη περίπτωση θα ήμουν ακόμη… φυλακή. Γιατί εκτός από το καρύδωμα, αδυνατώ να σκεφθώ πιο λογική απάντηση στον βαριεστημένο γραφειοκράτη.
Από τότε, υποσυνείδητα, αισθανόμουν μια ελαφριά αντιπάθεια για τους γιατρούς. Απλώς τους ανεχόμουν. Αυτά μέχρι πριν από λίγο καιρό. Γιατί, από σύμπτωση, πάλι εξαιτίας ανεπαίσθητου συμπτώματος που στα μάτια του υποχόνδριου φίλου σας ήταν βέβαιος… καρκίνος, η τύχη μου με οδήγησε σε συμπολίτη μας παθολόγο. Εναν εκλεπτυσμένο άνθρωπο, μια συμπαθέστατη φυσιογνωμία, ευγενικό στην όψη, μειλίχιο και γεμάτο ζωηρό ενδιαφέρον για το πρόβλημά μου. Με καίριες ερωτήσεις, με σχολαστικές σημειώσεις, με παρηγορητικές κουβέντες, μου αφιέρωσε σχεδόν μια ώρα για μια ουσιαστικά ανύπαρκτη πάθηση. Η εικόνα του καραγκιόζη της Ακράτας εξαφανίστηκε μονομιάς και μαζί της και η επιφυλακτικότητα απέναντι στους γιατρούς. Και όταν έφθασε η ώρα της πληρωμής, αντί για απλωμένο χέρι αντίκρισα ένα ζεστό χαμόγελο κι έναν άνθρωπο να με ξεπροβοδίζει αρνούμενος να δεχθεί χρήματα.
Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι: Την πόλη μας τιμάει ένας εξαίρετος επιστήμονας, ένας ανθρωπιστής γιατρός. Που διασώζει την ελπίδα ότι στην άγρια ζούγκλα που προσπαθούμε να επιβιώσουμε, υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις. Που προσθέτει μια στάλα ανθρωπιάς στη σκληρή κοινωνία μας. Που σηματοδοτεί το διαφορετικό στη δυσάρεστη πραγματικότητα. Που αφήνει να φανεί μια αχτίδα αισιοδοξίας μέσα στη μισαλλοδοξία, στην έπαρση, στην αναξιοκρατία και στη μετριότητα. Αυτός ο ΓΙΑΤΡΟΣ δεν έχει… επώνυμο, αλλά διαθέτει δύο ονόματα: Λέγεται Ντίνος. Απόστολος Ντίνος. Και είμαστε τουλάχιστον τυχεροί που είναι γείτονάς μας!

ΡΕΝΟΣ ΜΠΑΛΗΣ