Διήγημα με αφορμή τις Πανελλαδικές εξετάσεις που αρχίζουν σε λίγες μέρες.

Απόγευμα  Σαββάτου η Σούλα καθόταν στο μικρό της κομμωτήριο, χαζεύοντας περιοδικά. Η κούραση ήταν εμφανής στο σαραντάχρονο πρόσωπό της. Είχε ανεβάσει τα πόδια της σ’ ένα σκαμπό για να ξεπρηστούν λίγο. Από το πρωί δεν πήρε ανάσα. Ήταν ο αυριανός γάμος της συγχωριανής της, της Βιβής, η αιτία. Πολλές γυναίκες ήρθαν να χτενιστούν.

«Άντε, να βραδιάσει να συμμαζευτώ κι εγώ! Να πάω στο σπίτι να δω αν διαβάζει το παιδί. Άμα λείπω όλα γίνονται μπάχαλο! Α, ρε, Ηρακλή, ώρα που βρήκες να μας αφήσεις κι εσύ!…» σκέφτηκε αναστενάζοντας κι ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μεγάλα  της μάτια.

Αυτά τα μάτια ερωτεύτηκε ο μηχανικός αυτοκινήτων του χωριού, ο Ηρακλής,  πριν εικοσιπέντε χρόνια. Νεαρός εκείνος, μαθητευόμενος στον Ο.Α.Ε.Δ.  ακόμη, κοπελίτσα κι εκείνη, που μάθαινε στη θεία της την  Όλγα κομμωτική. Σαν παιδί της την είχε η Όλγα. Έβλεπε που σιγόκαιγε τα μάγουλά της ανιψιάς της ο έρωτας σαν αντίκριζε τον πανύψηλο Ηρακλή να περιμένει το λεωφορείο για τη σχολή του στη στάση απέναντι από το κομμωτήριο και χαμογελούσε.

-Άντε, και στο γάμο σας εγώ θα κουβαλάω το νερό με το κόσκινο! την πείραζε γελώντας.

– Τι λες, καλέ θεία; αντιδρούσε έντονα η Σούλα. Μια ξερή καλημέρα έχουμε με το παιδί μόνο!

-Ε, όχι και ξερή!…Κοντεύουν να γλιστρήσουν οι περαστικοί απ’ τα σορόπια! και γελούσε δυνατά, κάνοντάς τη Σούλα να μη ξέρει πού να κοιτάξει απ’ τη ντροπή.

Κάποτε ο Ηρακλής επιτέλους πήρε το θάρρος να την πλησιάσει και να της φανερώσει τον έρωτά του. Αρραβωνιάστηκαν αμέσως και παντρεύτηκαν  αφού άνοιξε ο Ηρακλής το συνεργείο του. Πήρε και η Όλγα σύνταξη, οπότε το κομμωτήριο πέρασε στα άξια χέρια της ανιψιάς της.  Το ζευγάρι δούλευε σκληρά όλη μέρα και το βράδυ αγκαλιαζόταν με έρωτα που δεν έλεγε να σβήσει όσο περνούσαν τα χρόνια. Τους χαιρόταν όλο το χωριό που ήταν τόσο αγαπημένοι. Το μοναχοπαίδι τους, ο Δημητράκης μεγάλωνε κι ήταν καλό παιδί και καλός μαθητής.

«Να σπουδάσεις, Δημητράκη μου! Να μη γίνεις άνθρωπος του μόχθου σαν εμάς! Τι τα θες; Ένας μουτζούρης είμαι!» έλεγε γελώντας ο πατέρας. «Κοίτα μας, μπορεί να βγαίνει το μεροκάματο, αλλά μας έφαγε ο φλεβίτης τα πόδια και μένα και τη μαμά σου απ’ την ορθοστασία! Να γίνεις ένας δάσκαλος, ένας καθηγητής, να έχεις το σίγουρο μισθό σου. Κι αν έχεις όρεξη να γίνεις κάτι παραπάνω, ένας γιατρός, ή ένας δικηγόρος, να πούμε, μη σε νοιάζει, αγόρι μου! Εγώ είμαι εδώ για σένα! Θα δουλέψω μέρα-νύχτα για να σου ανοίξω το δικό σου γραφείο ή ιατρείο. Μη κοιτάς εμάς, φτωχόπαιδα ήμασταν, πού λεφτά για σπουδές οι γονιοί μας; Εσύ που είσαι αριστούχος, που τα παίρνεις, μην αφήσεις αυτό το δώρο του Θεού να πάει χαμένο, ναι αγόρι μου; Εγώ και η μαμά θα κάνουμε τα πάντα, εσύ μην ανησυχείς για τίποτε, μόνο διάβαζε, παλικάρι μου, διάβαζε!» έλεγε με θέρμη και ο γιος του τον κοίταζε με λατρεία.

Κι ο πειθήνιος Δημητράκης διάβαζε, ήταν πάντα αριστούχος. Όχι τόσο γιατί το ήθελε, αλλά για να κάνει το χατίρι του μπαμπά του, αφού κι εκείνος  δεν του είχε χαλάσει ποτέ χατίρι. Αν τον ρωτούσαν, θα έλεγε πως του άρεσε πολύ η δουλειά του πατέρα του, πως ήθελε να γίνει κι αυτός μηχανικός αυτοκινήτων. Από μικρός μ’ ένα κλειδί ή ένα κατσαβίδι στο χέρι ήταν και έτρεχε ξοπίσω από τον Ηρακλή στο συνεργείο. Χάζευε τα ανταλλακτικά και τα εργαλεία έτσι που ήταν κρεμασμένα στη σειρά και του φαινόταν  μαγικό να μπορεί να δίνει ζωή ξανά σ’ ένα μηχάνημα. Τη στιγμή που οι συνομήλικοί του έπαιζαν ποδόσφαιρο, εκείνος ξημεροβραδιαζόταν να παρακολουθεί τον πατέρα του να λύνει και να δένει μηχανές. Ο μπαμπάς στα αθώα μάτια του φάνταζε παντοδύναμος, μοναδικός, ο καλύτερος μάστορας απ’ όλους. Τα μπουλόνια, οι τσιμούχες, ο γρύλλος, τα σταυροκατσάβιδα, τα στουπιά ήταν τα αγαπημένα του παιχνίδια. Όμως όσο έβλεπε πως το όνειρο του πατέρα του ήταν να τον δει μορφωμένο και πτυχιούχο, δεν τολμούσε να φανερώσει τι πραγματικά ήθελε και να τον απογοητεύσει.

Σαν μεγάλωσε, οι βαθμοί του έκαναν τον Ηρακλή να πετάει στα ουράνια και τη Σούλα να δακρύζει από περηφάνια όταν την ρωτούσαν οι πελάτισσές της για την πρόοδό του.

Κι έφτασε η μεγάλη χρονιά που θα κρινόταν το μέλλον του Δημήτρη. Τα φροντιστήρια έπαιρναν κι έδιναν και οι καθηγητές διαβεβαίωναν τους αγχωμένους γονείς ότι ο μοναχογιός τους θα περνούσε απ’ τους πρώτους. Όμως ως γνωστόν, όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, εκεί που ο Ηρακλής βρισκόταν κάτω από τη ράμπα κι επιδιόρθωνε ένα αμάξι, εκείνο με έναν εκκωφαντικό θόρυβο γκρεμίστηκε πάνω του και ο έρμος ο άντρας  βρήκε ακαριαίο θάνατο. Κανείς δεν κατάλαβε τι προκάλεσε το τραγικό συμβάν, μπορεί να μην είχε τοποθετήσει το αυτοκίνητο στη σωστή θέση, μπορεί η ράμπα να είχε πρόβλημα, γεγονός είναι πάντως ότι χάθηκε ένας νέος άνθρωπος μέσα σε ένα λεπτό. Μάνα και γιος ήταν απαρηγόρητοι. Σφιχταγκαλιασμένοι σέρνονταν πίσω απ’ το φέρετρο και ψιθύριζαν λόγια αγάπης για κείνον που έχασαν τόσο αδόκητα.

-Δεν σε χόρτασα, αγάπη μου! Τόσα χρόνια και δεν σε χόρτασα! έλεγε μέσα στο θρήνο της η Σούλα και έφερνε δάκρυα και στον πιο ψυχρό άνθρωπο.

Ο Δημήτρης μετά την κηδεία κλείστηκε στο δωμάτιό του και στον εαυτό του. Ούτε λόγος για σχολείο και  διαβάσματα. Οι καθηγητές του που τον εκτιμούσαν, έκαναν τα στραβά μάτια και δικαιολόγησαν όσες απουσίες μπορούσαν. Κάποια στιγμή όμως αναγκάστηκε να ξαναπάει σχολείο. Χωρίς τσάντα, πήγαινε τη στιγμή που χτυπούσε το κουδούνι, κι έπειτα χωρίς χρονοτριβή, για να μην τον σταματήσει κανένας και του πιάσει κουβέντα, έτρεχε στην αίθουσα και καθόταν στο τελευταίο θρανίο. Δεν ενοχλούσε κανέναν και ζητούσε ησυχία για αντάλλαγμα. Η μάνα του έλιωνε που τον έβλεπε έτσι και παρακαλούσε την Παναγία να του δώσει δύναμη να αντεπεξέλθει στη μεγάλη δυσκολία που τον περίμενε τέλος του Μάη. Εκείνος τη λυπόταν που κρεμόταν απ’ τα μάτια του για μια κουβέντα και ένα βράδυ της είπε αποφασισμένος:

-Μαμά, είναι κρίμα να σε κοροϊδεύω, στο λέω για να μην τρέφεις ελπίδες, δεν θα δώσω Πανελλήνιες.

Κεραυνός στο κεφάλι της!

-Τι λες, βρε αγόρι μου; Τι σ’ έπιασε τώρα;

-Τώρα; Τώρα;; Το λες και μου ήρθε ξαφνικά η όρεξη να τα παρατήσω. Δεν θέλω, δεν έχω δύναμη να συνεχίσω, αλλά κυρίως διάθεση δεν έχω. Μέχρι τώρα το έκανα για το μπαμπά, τώρα  δεν έχω λόγο να κάνω κάτι που δεν μου αρέσει. Εγώ μηχανικός σαν εκείνον ήθελα να γίνω, αλλά για το χατίρι του πείστηκα να σπουδάσω. Θα κρατήσω το μαγαζί. Πελατεία έχει, θα πάω κι εγώ σε σχολή και θα κάνω αυτό που πραγματικά επιθυμώ.

-Τι λες, βρε Δημήτρη μου; Τέτοιο μυαλό, τέτοιοι βαθμοί, τόσα αριστεία και βραβεία, να πάνε χαμένα; Δε λυπάσαι τα χρόνια που διάβαζες;

-Όχι, χαλάλι,  μορφώθηκα όσο μπορούσα. Λυπάμαι όμως  να χάσω άλλα τόσα κάνοντας κάτι που δεν με γεμίζει. Κατάλαβέ με, βρε μαμά, σε παρακαλώ!

-Τα όνειρα του πατέρα σου, δεν τα σκέφτεσαι; Που ήθελε να σε καμαρώσει επιστήμονα; Που δούλευε σαν το σκυλί για να πληρώνει τα φροντιστήριά σου; Που ζούσε για τη στιγμή που θα έπαιρνες το πτυχίο σου;

-Αυτά σκεφτόμουν τόσο καιρό κι έκανα υπομονή, αλλά τώρα πια όλα άλλαξαν. Δεν υπάρχει εκείνος που τόσο αγαπούσα, δεν θα τον απογοητεύσω, ποιος ο λόγος λοιπόν να κάνω κάτι που δεν αγαπώ κι εγώ; Αφού αυτό που μ’ αρέσει είναι ν’ ασχολούμαι με μηχανές. Εσύ με ξέρεις πιο καλά απ’ όλους, από μωρό μου άρεσε να μαστορεύω, θυμάσαι; Θέλω να του μοιάσω, να συνεχίσω την επιχείρησή του. Ένα μεροκάματο θα το βγάζω και με το παραπάνω. Δες και τη θετική του πλευρά. Δεν θα χρειαστεί να φύγω κι από κοντά σου, ούτε να σε υποχρεώσω να δουλεύεις παραπάνω για τις σπουδές μου.

-Σε παρακαλώ, αγόρι μου, άσε αυτές τις σκέψεις και στρώσου στο διάβασμα, σε ικετεύω! Άσε με εμένα, θα τα καταφέρω! Τι έμεινε; Ένας μήνας μόνο! Κάνε υπομονή! Και διάβασε! Το υποσχέθηκες, το χρωστάς στον πατέρα σου! Αν κάνεις πίσω τώρα, θα είναι σα να φτύνεις όσα έκανε για σένα, δεν το καταλαβαίνεις;

Αυτή η κουβέντα τον έστησε στον τοίχο. Απογοητευμένος γύρισε στο δωμάτιό του και απρόθυμα πήρε το βιβλίο Μαθηματικών που είχε μήνες να πιάσει. Η Σούλα, που είδε το φως του να καίει περασμένες τρεις,  μπήκε στο δωμάτιο γυρνώντας το χερούλι σιγά-σιγά και μόλις τον είδε αποκοιμισμένο με το βιβλίο στο χέρι, έκανε δακρυσμένη το σταυρό της με ευγνωμοσύνη, που επιτέλους το παιδί της ήρθε στα συγκαλά του. Το επόμενο διάστημα ο Δημήτρης διάβαζε, αλλά ήταν πιο συνοφρυωμένος από ποτέ. Μιλιά δεν του’ παιρνε η μάνα.  «Δεν πειράζει, σαν δει το όνομά του σ’ αυτούς που πέρασαν όλα αυτά θα ξεχαστούν!…Να λοιπόν, που η μεγάλη μέρα έφτασε! Μεθαύριο αρχίζουν οι εξετάσεις. Αχ, Ηρακλή μου, πού είσαι να δεις το λεβέντη μας να φεύγει για τις εξετάσεις πρωί-πρωί, να τον πας στο εξεταστικό κέντρο, να του δώσεις κουράγιο, να του ευχηθείς καλή επιτυχία! .» σκεφτόταν η Σούλα και οι λυγμοί της την έκαναν να ντραπεί μόλις είδε ότι μπήκε μια κυρία στο κομμωτήριο.

-Περάστε, παρακαλώ! είπε σκουπίζοντας τα μάτια της.

Διστακτικά η μεσήλικη γυναίκα μπήκε και ρώτησε:

-Καλησπέρα! Έχετε χρόνο για ένα χτένισμα;

-Φυσικά, ελάτε!

Αφού την έλουσε κι ενώ τη χτένιζε, την παρατηρούσε. Μια αριστοκρατική γυναίκα γύρω στα εξήντα, με μια πίκρα στο πρόσωπό της. Αγέλαστη, όμως πολύ ευγενική.

-Δεν είστε από τα μέρη μας, παρατήρησε η Σούλα.

-Όχι, είμαι συγγενής  της νύφης και ήρθα για το γάμο. Στην Αθήνα μένω.

-Αθήνα! Τυχερή είστε! Μ’ αρέσει πολύ η πρωτεύουσα! Έχει τόσα να κάνεις εκεί!

-Μπα, μην το λέτε, έτσι που κατάντησε, δεν είναι να μένεις εκεί πια. Στην επαρχία έμενα κι εγώ, σε χωριό, στην Αθήνα έφυγα από ανάγκη.

-Πώς θέλετε να σας τα φτιάξω τα μαλλιά; Προς τα έξω ή προς τα μέσα;

Πριν  προλάβει να απαντήσει η πελάτισσα,  έβαλε το κεφάλι του από την πόρτα ο Δημήτρης.

-Μαμά, πάω μια βόλτα.

-Πού πας, παιδί μου, μέρα που είναι; πετάχτηκε μέχρι πάνω η μάνα του, ξεχνώντας προς στιγμή ότι δεν ήταν μόνοι.  Σε παρακαλώ, πήγαινε να διαβάσεις! Βόλτες μετά τις εξετάσεις! είπε αυστηρά.

-Έλα, ρε μαμά! Τα λέμε το βράδυ όταν γυρίσω! Γεια! είπε ενοχλημένος κι εξαφανίστηκε προτού προλάβει να αντιδράσει η Σούλα.

-Αχ, αυτά τα παιδιά!  ήρθε το ξέσπασμά της, χωρίς να μπορεί να κρατηθεί μπροστά στην ξένη γυναίκα.

-Γιος σας; Ωραίο παλικάρι, να το χαίρεστε!

-Να το χαίρομαι, ναι! κάγχασε εκείνη. Έτσι που μου τα’ κανε μαντάρα, να τον χαίρομαι! Καλό παιδί, δε λέω, χρυσό! Και άριστος μαθητής, αλλά…

Κι εκεί, η Σούλα ίσως από μεγάλη ανάγκη να μιλήσει κάπου, ίσως προστατευμένη από την ανωνυμία, άνοιξε την καρδιά της σε μια ξένη. Της είπε όλη της τη ζωή μέσα σε λίγη ώρα. Της εμπιστεύτηκε το θυμό που κουβαλούσε για το γιο της, την αγωνία της για το μέλλον του και την ανόητη απόφαση που είχε πάρει να μη σπουδάσει. Για τη δικαίωση που περίμενε ο Ηρακλής της. Για το πόσο της έλειπε. Για το πόσο δύσκολο είναι να κουμαντάρεις μια οικογένεια μόνος, να μη μοιράζεσαι με κάποιον τις ευθύνες.

-Αν τον είχα εδώ, θα του άλλαζε μυαλά του προκομμένου μας. Ούτε άχνα δεν θα’ βγαζε! Θα έδινε εξετάσεις, θα έλεγε κι ένα τραγούδι και θα περνούσε και  με υποτροφία! Ακούς εκεί να θέλει να γίνει μουτζούρης! Είδαμε και πάθαμε να ξεφύγουμε απ’ τα χωράφια, να κάνουμε μια καλύτερη ζωή απ’ τους γονείς μας, να έχει και το παιδί μας καλύτερη ζωή από μας κι εκείνος να θέλει να γυρίσει τριάντα χρόνια πίσω!…

-Άκουσε, κοπέλα μου, μου επιτρέπεις να σου μιλάω στον ενικό;

-Βεβαίως, μετά απ’ όσα σου είπα για μένα, κυρία Αρετή μου!

-Άκουσε, λοιπόν, Σούλα μου, αφού με εμπιστεύτηκες, θα σου πω κι εγώ τη δικιά μου ιστορία, που ως ένα σημείο μοιάζει με τη δική σου.

Το χτένισμα τελείωσε, η κομμώτρια έκανε καφέ για δύο, κάθισε κοντά της και την άκουσε  με όλη της την προσοχή.

– Άργησα πολύ να κάνω παιδί. Ήμουν πολύ απασχολημένη με τις σπουδές μου. Γιατρός σπούδασα και είχα μόνο ένα όνειρο από παιδί, να θεραπεύω ανθρώπους. Στα τριάντα οκτώ μου γνώρισα κάποιον, επίσης γιατρό. Κάναμε δεσμό, χωρίς σχέδιο για γάμο. Μας ενδιέφερε και τους δύο η δουλειά μας, τα ιατρικά συνέδρια, τα σεμινάρια. Όταν κάποια στιγμή έμεινα έγκυος, χάρηκα πολύ, αλλά δεν του το είπα ευθέως. Τον ρώτησα πλαγίως για τα σχέδιά του για μας. Γέλασε και μου είπε να σοβαρευτώ. Γάμος γι’ αυτόν σήμαινε φυλακή, και δεν υπήρχε περίπτωση να βάλει χειροπέδες ποτέ και με καμία, είπε. Έφυγα χωρίς δεύτερη σκέψη και βεβαίως χωρίς να του ομολογήσω την κατάστασή μου. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να με σταματήσει ούτε να με πλησιάσει ξανά μετά, απόδειξη πως δεν είχε βαθιά αισθήματα για μένα και πως καλώς έκανα που τον χώρισα. Γέννησα ένα πανέμορφο κοριτσάκι. Το ονόμασα Ζωή, σαν αυτή που ανοιγόταν για τις δυο μας. Τον πατέρα της δεν τον γνώρισε ποτέ. Τη μεγάλωνα μόνη μου και τη λάτρευα. Δεν πίστευα ότι θα αγαπούσα έτσι ποτέ. Αλλά και η Ζωή μου με λάτρευε. Γυρίσαμε στο χωριό των γονιών μου για να έχει το παιδί μου καλύτερη ποιότητα ζωής.  Για να αποφύγω τα κουτσομπολιά, σε όλους είπα ότι είχα παντρευτεί και χωρίσει με τον πατέρα της. Δούλευα πολλές ώρες, όταν όμως γυρνούσα απ’ τη δουλειά, η ευτυχία με περίμενε στην πόρτα. Η Ζωή έτρεχε στην αγκαλιά μου και μου’ δειχνε τις ζωγραφιές που έκανε για μένα. Λουλούδια, ζωάκια, ουράνια τόξα γεμάτα ζωηρά χρώματα που φανέρωναν πόσο ανέμελη κι ευτυχισμένη ήταν. Περνούσε σχεδόν όλο της το χρόνο στον κήπο της μονοκατοικίας μας που ήταν στην άκρη του χωριού και χάζευε τις πεταλούδες, τα μυρμήγκια, τα σαλιγκάρια, τα λουλούδια. Όταν ήρθε η ώρα να πάει σχολείο, δυσάρεστη έκπληξη με περίμενε. Δυστυχώς δεν της άρεσαν καθόλου τα γράμματα. Αυτή ήθελε να τριγυρνάει όλη μέρα στη φύση. Είδα κι έπαθα να συνειδητοποιήσω πως το παιδί μου είχε πρόβλημα. Πιθανόν λόγω της ηλικίας μου, επειδή όταν τη γέννησα ήμουν ακριβώς σαράντα. Αργόστροφη, αφηρημένη, η Ζωή μου έσπαγε τα νεύρα κάθε φορά που ήταν να διαβάσουμε. Ώρες ατελείωτες να κάθομαι δίπλα της κι εκείνη να έχει το μολύβι στο στόμα και να κοιτάζει τα βουνά απέναντι, χωρίς να κατορθώσει να μάθει τις πέντε λέξεις που είχε για ορθογραφία.  Η δασκάλα της παραδέχτηκε ότι η Ζωή είχε πρόβλημα όταν πια αποφάσισα να το συζητήσω ανοιχτά.

-Είναι όμως τόσο γλυκό παιδί! Είστε τυχερή που την έχετε! Ευγενικό πλάσμα, τρυφερό, πάντα χαμογελαστό και γεμάτο αγάπη για ανθρώπους και ζώα! Υπομονή, γιατρέ μου, μόνο με υπομονή θα τα καταφέρετε μαζί της!

Ναι, συμφωνούσα κι εγώ, πόση υπομονή να κάνει κανείς όμως;

-Αμάν, βρε Ζωή μου, δεν αντέχω άλλο! ξέσπασα ένα βράδυ. Σε ποιον έμοιασες, μου λες; Πότε επιτέλους θα μάθεις να διαβάζεις; Επιτρέπεται η δική μου η κόρη να είναι έτσι, ρε γαμώ το; Γιατί, Θεέ μου, τι αμαρτίες πληρώνω;.

Είπα, είπα, δεν είχα σταματημό!  Τα κρατούσα πολύ καιρό και δεν άντεχα άλλο. Εκείνο το καημένο με κοίταζε σαν χαμένο κι όταν με είδε να κλαίω, άρχισε να κλαίει μαζί μου.

-Σώπα, μανούλα, μην κλαις! Συγγνώμη, θα  μάθω να διαβάζω! επαναλάμβανε και μου ράγιζε την καρδιά.

Και το θαύμα έγινε. Άρχισε να δίνει προσοχή όταν καθόταν δίπλα μου, να μαθαίνει αυτά που έπρεπε, με πολύ κόπο βέβαια, αλλά τα μάθαινε. Μας έπαιρνε πάλι σχεδόν βράδυ, αλλά ξαπλώναμε αγκαλιά ικανοποιημένες από το αποτέλεσμα. Κι εκεί που πετούσα στα ουράνια με  την αλλαγή της, εκείνη επανήλθε στους αργούς της ρυθμούς. Αυτό ήταν το φυσιολογικό για κείνη, μόνο που εγώ η ‘έξυπνη’ δεν εννοούσα να καταλάβω.    Ένα βράδυ γύρισα κατάκοπη απ’ τη δουλειά κι όταν της είπα πως δεν είχα κουράγιο να της ελέγξω τα τετράδια, την είδα ανήσυχη. Πρωί-πρωί την ξύπνησα κι ενώ έτρωγε το αυγό της, της ζήτησα να μου γράψει την ορθογραφία της. Εκείνη με κοίταξε έντρομη.

-Ήταν πολύ δύσκολη, μαμά μου, δεν μπόρεσα να τη μάθω, συγγνώμη!

– Συγγνώμη, συγγνώμη, βαρέθηκα ν’ ακούω αυτή τη λέξη! τσίριξα.

Το χαστούκι που της έδωσα ήταν το πρώτο. Με κοίταξε έκπληκτη και άρχισε να κλαίει γοερά πιάνοντας με παράπονο το κοκκινισμένο της μάγουλο.

-Πάρε την τσάντα σου και πήγαινε σχολείο, δεν έχει άλλο πρωινό! Δεν θέλω να σε βλέπω στα μάτια μου, φύγε!  είπα και πήρα από μπροστά της το πιάτο.

Η Ζωή μου κλαίγοντας βγήκε από το σπίτι. Το σχολείο ήταν λίγο πιο κάτω, απέναντι. Εγώ την πήγαινα ως εκεί και την έβαζα στην τάξη με ένα γλυκό φιλί, αλλά εκείνη τη μέρα η τιμωρία της εκτός από το χαστούκι, ήταν να πάει μόνη της. Ίσως έτσι της γινόταν μάθημα κι αποφάσιζε επιτέλους να γίνει πιο συνεπής.

Αναστατωμένη συγύριζα όταν ο εφιαλτικός ήχος από ένα φρενάρισμα με τίναξε ως επάνω. Ένα αγροτικό, καθώς έπαιρνε τη  στροφή, βρέθηκε απότομα μπροστά σ’ ένα αναστατωμένο, πρησμένο από το κλάμα κοριτσάκι που διέσχιζε το δρόμο χωρίς να ελέγξει.

Η Σούλα δεν περίμενε ν’ ακούσει άλλα. Πήρε στην αγκαλιά της την ξένη γυναίκα κι έκλαψαν μαζί.

-Θα είχε την ηλικία της Βιβής που παντρεύεται αύριο., είπε ψιθυριστά σαν χαμένη και βγήκε απ’ το κομμωτήριο η κυρία Αρετή.

Η Σούλα αφού έκλαψε για ώρα, σκέφτηκε κι αποφάσισε. Έκλεισε το κομμωτήριο ήρεμη μετά από πολύ καιρό και γύρισε στο σπίτι. Ο Δημήτρης είχε κι αυτός επιστρέψει και διάβαζε. Ανόρεχτα την κοίταξε καθώς μπήκε και πήγε κοντά του. Του χάιδεψε τα μαλλιά, τον φίλησε με λαχτάρα και του είπε χαμογελαστή:

-Το συνεργείο χρειάζεται ένα βάψιμο, τι λες, Δημήτρη μου; Να φωνάξουμε το θείο Γιώργο να  βοηθήσει να το περάσουμε ένα χεράκι. Μην είναι βρώμικο τώρα που θα το αναλάβεις!…

 

Χρυσούλα Λουλοπούλου