Αρχές της δεκαετίας του ’90 η λεγόμενη «τρύπα του όζοντος» έγινε «πρωτοσέλιδο»! Και δίκαια, διότι χωρίς το προστατευτικό όζον, η βραχεία υπεριώδης ακτινοβολία του ήλιου φθάνει αφιλτράριστη στη Γη και σκοτώνει.

Στα χρόνια του ’70, οι δορυφόροι που είχαμε στείλει στο Διάστημα κατέγραψαν για πρώτη φορά μια ουσιώδη μείωση της συγκέντρωσης του όζοντος στο τμήμα της στρατόσφαιρας που είναι πάνω από την Ανταρκτική. Η «τρύπα» αυτή στο στρώμα του όζοντος συνέχισε να μεγαλώνει ραγδαία και, ενώ αρχικά εκτεινόταν μόνο στο νότιο ημισφαίριο μέχρι το γεωγραφικό πλάτος των 60 μοιρών, στη δεκαετία πια του ’90, οι αντίστοιχες θλιβερές εξελίξεις παρατηρούνται και στον Βόρειο Πόλο, ενώ παράλληλα και η όλη ποσότητα όζοντος πάνω από την Υφήλιο λιγοστεύει. Το γεγονός ότι η αποικοδόμηση του όζοντος είναι ισχυρότερη στην Ανταρκτική ερμηνεύθηκε ως συνέπεια του υπερβολικού ψύχους που κυριαρχεί σ’ εκείνη την περιοχή.

Το όζον, σχηματίζεται στη στρατόσφαιρα, σε ύψος 20-30 χιλιομέτρων από την επιφάνεια της Γης, από κοινό οξυγόνο, υπό την επίδραση των βραχέος μήκους κύματος υπεριωδών ακτίνων του ήλιου. Η σημασία του στρώματος του όζοντος για τη ζωή μας είναι τεράστια, διότι ακριβώς απορροφά το μέγιστο μέρος της «ανελέητης» αυτής βραχείας υπεριώδους ακτινοβολίας. Ελάχιστη περνά από το φίλτρο του και φθάνει ως εμάς. Σε πολύ μικρές ποσότητες, είναι ακτινοβολία ευεργετική, διότι συμβάλλει στη δημιουργία της απαραίτητης βιταμίνης D στον οργανισμό. Καθώς όμως τώρα η απορρόφησή της στη στρατόσφαιρα περιορίζεται λόγω της καταστροφής του όζοντος, «βομβαρδίζει» τη Γη όλο και ισχυρότερα, προκαλώντας κληρονομικές μεταλλάξεις, καρκίνους του δέρματος και βλάβες στα μάτια. Υπό την επίδρασή της, η φωτοσυνθετική δραστηριότητα των φυτών μειώνεται και το πλαγκτόν των ωκεανών – η βάση της διατροφής των θαλάσσιων όντων – απειλείται.

Ως υπεύθυνοι για την καταστροφή του όζοντος κρίθηκαν – από τη δεκαετία του ’70 – οι συνθετικοί υδρογονάνθρακες (φθορίου, χλωρίου) και τα αλογονοπαράγωγα που προέρχονται από ενώσεις του βρωμίου. Οι πρώτοι είναι εξαιρετικά διαδεδομένοι ως μέσα καθαρισμού, αφροί και σπρέι σε «μπόμπες» και ψυκτικά. Τα δεύτερα χρησιμοποιούνται κυρίως ως αφροί πυρόσβεσης

Η παραγωγή τέτοιων προϊόντων ανέβηκε παγκοσμίως από 1.000 τόνους ετησίως το 1935, σε 700.000 τόνους ετησίως το 1984. Και, καθώς πρόκειται για ουσίες σταθερές και μακρόβιες, που όταν χρησιμοποιηθούν, ανεβαίνουν σιγά-σιγά στην ατμόσφαιρα, σε 10 με 15 χρόνια φθάνουν στη στρατόσφαιρα. Εκεί διασπώνται, απελευθερώνοντας άτομα και οξείδια χλωρίου, έτοιμα να αντιδράσουν χημικά με το όζον και να το μεταμορφώσουν σε απλό οξυγόνο.

Οι μετρήσεις που άρχισαν στα χρόνια του ’70 δείχνουν ότι η περιεκτικότητα της στρατόσφαιρας σε χλώριο έχει σήμερα πενταπλασιαστεί. Και η πυκνότητα σε όζον έχει μειωθεί κατά 3 %.

Το πρόβλημα δεν είναι εθνικό ή τοπικό, αλλά παγκόσμιο. Στις Διεθνείς Διασκέψεις της Γενεύης, της Βιέννης και του Μόντρεαλ, συμφωνήθηκε η μείωση της παραγωγής ουσιών που καταστρέφουν το όζον. Το μέλλον ωστόσο δείχνει μάλλον σκοτεινό. Γιατί και τώρα αμέσως αν σταματούσαν να παράγονται όλα τα προϊόντα που βλάπτουν το όζον, η καταστροφή θα εξακολουθούσε να γίνεται, από τις ήδη υπάρχουσες στην ατμόσφαιρα καταστροφικές ουσίες.

1985: Πρώτες συμφωνίες

Υπογράφεται στη Βιέννη διεθνής Συμφωνία – πλαίσιο για τη μελέτη της αποδόμησης του όζοντος.

Το 1987, με το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, 46 χώρες δεσμεύονται να αποκλιμακώσουν την παραγωγή και χρήση υδρογονανθράκων, ως και κατά 50% μέχρι το έτος 2020.

1991: Μπροστά η Ευρώπη

Σε σύνοδο των χωρών μελών της ΕΕ στο Λονδίνο, οι όροι του Πρωτοκόλλου το Μόντρεαλ γίνονται αυστηρότεροι. Η παραγωγή και χρήση ορισμένων υδρογονανθράκων θα σταματήσει τελείως. Αυτό αφορά κυρίως το φρέον των ψυκτικών συσκευών.

(Πηγή: ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, Εκδ. Ομιλος Μανιατέα)