Τον 16ο και 17ο αιώνα, οι αυτοκρατορίες της Ινδίας και της Κίνας ήταν τα πλουσιότερα, πολυπληθέστερα καθώς και πολιτιστικά και τεχνολογικά πιο προηγμένα έθνη στη Γη. Αντιμετώπιζαν μάλλον περιφρονητικά και με αποστροφή τους ανόητους τρόπους των άξεστων και μισαλλόδοξων Ευρωπαίων εξερευνητών και εμπόρων, που άρχισαν να καταφθάνουν στις ακτές τους από τις αρχές του 16ου αιώνα προσπαθώντας να παρακάμψουν τον ασφυκτικό έλεγχο των Οθωμανών στο εμπόριο με την Ανατολή. Οι Κινέζοι, οι Ιάπωνες και οι Ινδοί αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους δυτικούς επισκέπτες και τις δυνάμεις τους που πίστευαν – λανθασμένα – ότι κανείς νέος Κορτέζ δεν θα μπορούσε να εισβάλει στην Απαγορευμένη Πόλη του Πεκίνου ή στο Κόκκινο Οχυρό του Δελχί.

Η σύγχρονη Ινδία ήταν αχανής και με αμύθητα πλούτη στις πρώτες ημέρες της, υπό την ηγεμονία της δυναστείας των Μουγκάλ (1526 – 1857). Οπως και άλλες μεγάλες, εθνικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά ανομοιογενείς αυτοκρατορίες, η Ινδία των Μουγκάλ έμοιαζε πολύ πιο εντυπωσιακή και σταθερή απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα και η ισχύς της δυναστείας εξαρτιόταν από την προσωπικότητα του εκάστοτε αυτοκράτορα. Η αυτοκρατορία των Μουγκάλ ήταν μια περίπλοκη φεουδαρχική πυραμίδα με τον αυτοκράτορα στη κορυφή.

Οι Πορτογάλοι, Γάλλοι και Βρετανοί, που έφτασαν στην Ινδία ως έμποροι, άρχισαν να διαδραματίζουν όλο και σπουδαιότερο ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας, εκμεταλλευόμενοι τις αντιπαλότητες μεταξύ των σημαντικότερων αρχόντων – υποτελών των Μουγκάλ και παρακινώντας σε επαναστάσεις τους Ινδουιστές υπηκόους της αυτοκρατορίας, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του πληθυσμού της. Στα μέσα του 18ου αιώνα, η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών (1600 – 1874), με έδρα την Καλκούτα, βρέθηκε στην περίεργη θέση να είναι η κυρίαρχη δύναμη στη βορειοανατολική Ινδία. Μετά τις μάχες στο Παλάσι (1757) και στο Μποξάρ (1764) η Εταιρεία ήταν ο ντε φάκτο ηγεμόνας της Βεγγάλης, η οποία κάλυπτε τότε μια τεράστια περιοχή, με πληθυσμό περί τα 30 εκατομμύρια κατοίκους.

Η Βεγγάλη ήταν μια από τις πλουσιότερες περιοχές της Ινδίας. Οι Μουγκάλ τη χαρακτήριζαν «Παράδεισο των Εθνών». Ηταν σημαντικός παραγωγός ρυζιού και των ποικιλιών τσαγιού Νταρτζίλινγκ, οι οποίες τόσο πολύ αρέσουν ακόμη και σήμερα στους Βρετανούς. Με την ουσιαστική κατάρρευση της ηγεμονίας των Μουγκάλ, ο αυτοκράτορας διατηρήθηκε στη θέση του ως «κατ’ όνομα» ηγεμόνας στο Δελχί.

Μια μεγάλη εταιρεία όμως, δεν είναι ο ιδανικός ηγέτης για μια εκκολαπτόμενη αποικιακή αυτοκρατορία. Ο κύριος στόχος της εταιρείας είναι η μεγιστοποίηση των κερδών των μετόχων της.

Η Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών δεν είχε τη συνείδηση κυρίαρχου κράτους, ούτε ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την ίδια της τη φήμη. Ελεγχε μία από τις πλουσιότερες περιφέρειες της αυτοκρατορίας των Μουγκάλ, που ήταν ουσιαστικά αποκομμένη από την υπόλοιπη Ινδία, με την οποία η εταιρεία συχνά βρισκόταν σε πόλεμο. Η περιοχή είχε κακή σοδειά το 1768, αλλά αυτό δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο στις αγροτικές οικονομίες εκείνης της περιόδου. Η ξηρασία όμως επέμεινε και την επόμενη χρονιά, προκαλώντας σημαντικές ελλείψεις τροφίμων στις αγροτικές περιοχές. Στις αρχές του 1770, οι άνθρωποι άρχισαν να πεθαίνουν από την πείνα, αλλά η εταιρεία αγνόησε τις ικεσίες για βοήθεια και αρνήθηκε να άρει τους περιορισμούς εισαγωγής ρυζιού, του οποίου το εμπόριο αποτελούσε και μονοπώλιό της.

Για να διασφαλίσει τη μεγιστοποίηση των κερδών της από τις νέες της ιδιοκτησίες, η εταιρεία αύξησε το φόρο γης από το 10% στο 50% μέσα στα πρώτα χρόνια διοίκησης, ενώ ακόμα και το 1770, ένα από τα έτη του λιμού, επέβαλε περαιτέρω αύξηση των φόρων κατά 10%. Ταυτόχρονα διέταξε τους αγρότες να καλλιεργήσουν σοδειές προς πώληση, όπως το όπιο και το ινδικό (χρωστική ουσία, το γνωστό λουλάκι), αντί για ρύζι, οπότε μειώθηκαν ακόμη περισσότερο τα διαθέσιμα τρόφιμα. Στη συνέχεια, επέβαλε δρακόντεια μέτρα στην αποθεματοποίηση, εμποδίζοντας τους εμπόρους ρυζιού και τους αγρότες να αποθηκεύουν σιτηρά, που θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον πληθυσμό να επιβιώσει. Πέρα από μια μικρή ανακούφιση που προσέφερε η καλή σοδειά του 1770, η κατάσταση παρέμεινε κρίσιμη. Οι επόμενες σοδειές, μέχρι και το 1773 ήταν κακές. Μέχρι τότε είχαν λιμοκτονήσει 10 εκατομμύρια άνθρωποι, το ένα τρίτο του πληθυσμού της Βεγγάλης. Αδιάφορη για τον αβάσταχτο φόρο αίματος, η εταιρεία συνέχισε να απαιτεί ακόμα υψηλότερους φόρους γης και τέλη για το ρύζι, διπλασιάζοντας ουσιαστικά τα κέρδη της στην περιοχή από το 1765 μέχρι το 1777.

Ο λιμός, όμως, έγινε αντιληπτός στη Βρετανία, γι’ αυτό το 1773 η κυβέρνηση έλαβε τα πρώτα νομοθετικά μέτρα για να εδραιώσει την κυριαρχία του Κράτους στις γαιοκτησίες της εταιρείας στην Ινδία και τον έλεγχό του πάνω στην ίδια την εταιρεία. Η προσπάθεια κορυφώθηκε το 1813, με το Διάταγμα για την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών, το οποίο ολοκλήρωσε την ανάληψη του ελέγχου της εταιρείας από το Βρετανικό Κράτος, αφήνοντας μόνο κάποια περιορισμένα εμπορικά μονοπώλια και λίγες πολιτικές εξουσίες και ευθύνες στην Ινδία.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Καταστροφές της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδ. Κλειδάριθμος)