Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου:

Πάτρα, δεκαετία του ΄30

Στη νέα μου δουλειά, το αφεντικό μου έδινε και κάνα δυο ώρες άδεια την Κυριακή τ’ απόγευμα για να πηγαίνω στον Καραγκιόζη του Θοδωρόπουλου, που έπαιζε σ’ ένα μεγάλο καφενείο στο κέντρο. Με την άδεια αυτή κατάφερα επί τέλους να δω το περιβόητο τραίνο, τον σιδηρόδρομο καθώς και τη θάλασσα, τον μόλο, τα καράβια, τον φάρο, τον κυματοθραύστη και είχα την ευκαιρία να πηγαίνω και στην αδελφή μου τη Νίτσα που έκανε καριέρα κι αυτή, ως βοηθός οικιακής βοηθού στην πλατεία Αγ. Γεωργίου, σ’ ένα αρχοντόσπιτο. Με το διάβασμα της εφημερίδας, κάτι άρχισα να σκαμπάζω, αν και τα γράφανε στην καθαρεύουσα, μέχρι ένα μυθιστόρημα κατάφερα να διαβάσω, με τον τίτλο «Αννα Πασχάλη».

Μια μέρα είχα μια δυσάρεστη περιπέτεια: ένας αρτεργάτης σ’ έναν φούρνο ισχυρίστηκε ότι έχασε το ρολόι του και υποπτεύθηκαν εμένα πως το πήρα. Φωνάξανε έναν Αστυφύλακα, μου έκανε ανάκριση επί τόπου και επειδή δεν έβγαλε τίποτε, σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τη μέθοδο τη γνωστή των Αστυνομικών: μου έβαλε ένα μολύβι ανάμεσα στα δάχτυλα και μου έσφιγγε το χέρι, πόσο πονούσα δεν περιγράφεται. Ευτυχώς αυτός που έχασε το ρολόι επενέβη γιατί είδε το άδικο και εξήγησε στον Αστυφύλακα ότι αποκλείεται να το πήρα εγώ γιατί με είδε που άφησα τους καφέδες και έφυγα, το ρολόι ήτανε σε άλλο σημείο, δεν ήταν δυνατόν να το πήρα εγώ, κι έτσι τη γλίτωσα. Αργότερα μάθαμε ότι ο ίδιος που είπε πως το έχασε, το έκανε για να εκδικηθεί το αφεντικό του επειδή τον είχε ειδοποιήσει να σχολάσει στο τέλος της εβδομάδας, γι’ αυτό και επενέβη στον Αστυφύλακα, πάλι καλά που είχε λίγο φιλότιμο και γλίτωσα τα χειρότερα.

Ετσι κυλούσε η ζωή μου. Το πρωί κατά τις 5 πηγαίναμε στο μαγαζί και το βράδυ κατά τις 9 έφευγα για το σπίτι περνώντας από τα Ψηλά Αλώνια και την οδό Παναχαϊκού όπου έβλεπα συχνά κάτι νεαρούς με κιθάρες να τραγουδάνε, τι κάνανε τώρα αυτοί δεν μπορούσα να καταλάβω. Στο σπίτι με είχανε σαν μέλος της οικογένειας. Πολύ καλοί άνθρωποι, με φρόντιζαν σαν να ήμουν παιδί τους, το αφεντικό μου είχε βγάλει και βιβλιάριο Ταχ. Ταμιευτηρίου όπου κατέθετε 150 δρχ. τον μήνα. Οι κόρες του, η μεγαλύτερη ήταν στην ηλικία μου, με αγαπούσαν πάρα πολύ, περνούσαμε ωραία. Μια μέρα με έπιασαν τα έξυπνά μου: ο κουνιάδος του αφεντικού, την ώρα που ετοιμάζανε τραπέζι, έβγαλε απ’ το ψυγείο ένα πιάτο χόρτα που ήτανε από τις προηγούμενες μέρες, τα μύρισε και λέει ξινίσανε. Τότε άρπαξα την ευκαιρία να πω την εξυπνάδα του αιώνα, του λέω «αν δεν ήτανε ξινά, θα έριχνες λεμόνι για να ξινίσουνε, φα’ τα να γλιτώνουμε και το λεμόνι», ξεκαρδίστηκαν όλοι στα γέλια.

Μια μέρα ένας απόμαχος ναυτικός μού έδωσε ένα βιβλίο τσέπης, «Ελληνο –Αγγλικοί Διάλογοι», «παρ’ το» μου λέει «κι όσο μπορείς διάβαζε, θα σου χρειαστούνε», το πήρα κι εγώ κι όταν είχα καιρό διάβαζα, διάβαζα μια κουβέντα ήτανε. Δεν μπορούσα να το καταλάβω καλά γιατί είχε μέσα πολλά καθαρευουσιάνικα, όπως «η Αγγλική είναι απλή γλώσσα μόνο η προφορά της είναι αποσούς δύσκολη». «Εν Αμερική πας πρέπει να γνωρίζει Αγγλικά», που να το καταλάβω το «πας» ότι ήταν αόριστη αντωνυμία και όχι ενεργητικό ρήμα. Εγώ το πήγα αλλού το πας, στο αν πας στην Καλαμάτα κι έρθεις με το καλό… με μπέρδευε όμως και το «πρέπει να γνωρίζει», αν το πάρουμε έτσι, αν πας στην Αμερική, πρέπει «να γνωρίζεις» Αγγλικά και όχι «να γνωρίζει», μπερδεμένα πράματα και μετά γιατί στην Αμερική να μιλάς Αγγλικά; Τέλος πάντων κι έτσι κάτι είχα μάθει και έκανα τον διερμηνέα όταν έπεφτε κανένας τουρίστας, τότε στην Πάτρα κατέπλεαν τρία υπερωκεάνια, τα «Βουλκάνια», «Σατούρνια» και «Ρόμα», φέρνοντας τουρίστες που πηγαίνανε και στην Ολυμπία. Βέβαια επρόκειτο για πλούσιους τουρίστες και ξέπεφτε κανένας στο μαγαζί αφού ήτανε στον κεντρικό δρόμο. Από εκεί περνούσαν όλα, από παρελάσεις, μέχρι το Καρναβάλι που τότε όπως και τώρα, γίνονταν ωραία πράματα, γυρίζανε οι καρναβαλιστές και πετάγανε αφειδώς σοκολάτες παντού στα πεζοδρόμια, στα μπαλκόνια, στις πλατείες και γινότανε χαμός. Δίπλα από το καφενείο ήταν μια καπελού, τα καπελάδικα τότε ήταν σαν τα ψιλικατζίδικα σήμερα και τις Απόκριες νοίκιαζε ντόμινα για τα «μπουρμπούλια», όπως λέγανε τον χορό που πήγαιναν.

Μια Κυριακή απόγευμα είχα μια άλλη εμπειρία, με πήρε ένας φίλος μου που κάναμε παρέα και πήγαμε στο γήπεδο, πρώτη φορά έμπαινα σε τέτοια ατμόσφαιρα, είχε έρθει η ΑΕΚ να παίξει με την Παναχαϊκή, μπήκαμε μέσα λοιπόν κι όταν άρχισαν να βγαίνουν οι παίκτες άκουγα τα παιδιά να μιλάνε με θαυμασμό για τους παίκτες της ΑΕΚ σα να ήταν θεοί, ο Ρίμπας, ο Σκλαβούνος κ.λπ. Τέλος πάντων, άρχισε το παιχνίδι και βλέπω να κάνουνε κι αυτοί ό,τι κάνανε τα παιδιά με το τόπι, δεν μου άρεσε, όμως με το λέγε – λέγε για την ΑΕΚ, που τότε ήτανε στις δόξες της, μου κόλλησε και μένα και έγινα ελαφρώς ΑΕΚτζής.

Το 1938 νομίζω, ήρθε ο Αγγλικός στόλος, με 1 αεροπλανοφόρο και 3-4 συνοδευτικά σκάφη, γέμισαν οι κεντρικοί δρόμοι με ναύτες. Κάποια στιγμή πέρασε μια κουστωδία από ναύτες που συνόδευαν κάτι κυρίες που είχανε μαζί τους 2 κοριτσάκια, ήτανε η Ελισάβετ και η Μαργαρίτα, πριγκίπισσες της Αγγλίας όπως είπανε, εγώ δεν πήγα να τις δω, ας ερχόντουσαν εκείνες, τσς… αυτό μας έλειπε. Για την ιστορία, το αεροπλανοφόρο αυτό, «Γκλόριους» λεγότανε, το βυθίσανε οι Γερμανοί στον πόλεμο, κοντά στη Νορβηγία, στο Σκάγερακ, αν θυμάμαι καλά, το είχα διαβάσει στην εφημερίδα.

Στη δική μου ιστορία, συνέβησαν πολλά ακόμα, δεν μπορώ να τα θυμηθώ όλα, έκανα κάτι διαβολιές επικίνδυνες αλλά ευτυχώς φθηνά τη γλίτωσα. Είχα ανέβει κάποτε στη σχάρα του λεωφορείου από πίσω, όπως είχα δει ότι έκαναν τα άλλα παιδιά και όταν πήγα να κατεβώ κοντά στη στάση, εν κινήσει, κατέβηκα αντίθετα με τη φορά του αυτοκινήτου και έπεσα κάτω. Ευτυχώς που δεν το έκανα στη μεγάλη ταχύτητα, θα σκοτωνόμουν. Επαθα μώλωπες και γδαρσίματα και έφαγα και ένα ξύλο από το αφεντικό για συμπλήρωμα. Μια άλλη φορά πήγα να κάνω μπάνιο στη θάλασσα μόνος μου, είχα πάει μερικές φορές μ’ έναν φίλο μου, αλλά έλειπε κι έτσι το επιχείρησα μόνος και πήγα σ’ ένα βούρκο από σταφιδοθάλασσα. Εκεί κοντά ήταν οι αποθήκες του ΑΣΟ, κι αυτοί σαν καλοί οικολόγοι είχαν ρίξει στη θάλασσα ποιος ξέρει πόσες χιλιάδες τόνους σταφίδα, μάλλον χαλασμένη, κι εγώ ο κύριος μπήκα μέσα σα βόδι. Σε λίγο η θάλασσα με τράβαγε μέσα κι ένιωθα και ζαλάδα από τις αναθυμιάσεις, τέλος πάντων τα κατάφερα και βγήκα αλλά πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη, από τότε δεν πήγαινα μόνος μου και πρόσεχα, δεν πήγαινα βαθιά, στην άκρη και κούτσα – κούτσα έμαθα να κολυμπάω. Τώρα λέω, τρέμε Ζιργάνο – αυτός πέρασε τη Μάγχη κολυμπώντας αργότερα.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, περάσανε σχεδόν 4 χρόνια στην Πάτρα – ήμουν ήδη 16 χρονών – και αφού δεν πλούτισα, λέω «καιρός είναι να φύγω για την Αθήνα γιατί εδώ δεν βλέπω προκοπή», άκουγα να μιλάνε με θαυμασμό για την Αθήνα όσοι είχαν πάει. Είχα ακούσει για Ζάππειο, Βασιλικό Κήπο, Ακρόπολη, Φάληρο, για Γλυφάδα από το τραγούδι «η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει» που το απαγόρεψε ο Μεταξάς γιατί έθιγε λέει τη γυναίκα του. Ετσι λοιπόν, ακούγοντας όλα αυτά, λέω τι κάθομαι τόσο καιρό, εκεί υπάρχει μέλλον λαμπρό. Ελα όμως που από τα αδέλφια μου είχαμε αποξενωθεί, δεν ήξερα καμία διεύθυνση, ούτε καν για τα ξαδέλφια μου. Η μόνη διεύθυνση που ήξερα γιατί αλληλογραφούσα που και που, ήταν του Βαγγέλη – γιου του πατριού μου από προηγούμενο γάμο-, που είχε καταταγεί στη χωροφυλακή και υπηρετούσε στο Τάγμα Μακρυγιάννη, έτσι λοιπόν του ζήτησα να κοιτάξει να μάθει για κανέναν από τους συγγενείς μου και να μου γράψει τη διεύθυνση. Ετσι κι έγινε, δεν βρήκε κανέναν από τα αδέλφια μου, αλλά βρήκε τη διεύθυνση του ξαδέρφου μου του Κώστα στην Καλογρέζα, «Αμ έπος αμ έργον» του έγραψα τα καθέκαστα, ότι δουλεύω σε καφενείο από τις 5 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ και κουράζομαι πολύ κ.λπ. Αυτός μου απάντησε «έλα στην Αθήνα και κάτι θα γίνει».

Δεν έχασα καιρό, το είπα στο αφεντικό, «θα πάω στην Αθήνα, είναι όλο μου το σόι εκεί, τα αδέλφια μου και τα ξαδέλφια μου», αυτός προσπάθησε να μου αλλάξει γνώμη, «πού θα πας μες τη ζούγκλα» κ.λπ. και αφού δεν μπορούσε να με πείσει, μου λέει «κάτσε τουλάχιστον ώσπου να βρούμε άλλο παιδί». Ετσι κι έγινε, έμεινα και μερικές μέρες ώσπου να μάθει τη δουλειά ο νέος και τους αποχαιρέτησα με πολύ δυσκολία, τα κοριτσάκια κλαίγανε δεν ήθελαν να φύγω, προπαντός η μεγάλη που το πήρε βαριά. Τους υποσχέθηκα ότι θα ξανάρθω και τους καθησύχασα. Πήρα το βιβλιάριο του Ταχ. Ταμιευτηρίου – δεν είχα σηκώσει όλα τα λεφτά για να μην τα έχω επάνω μου και τα χάσω – και το βιβλιάριο του ΙΚΑ που είχα βγάλει πρόσφατα με αύξοντα αριθμό 800.000 και πήγα για το χωριό πρώτα, μιας και ήμουνα κοντά από κει.

Στο χωριό είδα τη μάνα μου, τη μικρή μου αδελφή Χρυσούλα και όλο το σόι μου. Εκεί ήταν και ένα παλιός φίλος, ο Γιάννης ο Κακούρης που είχε έρθει από την Αθήνα, δούλευε σ’ ένα εστιατόριο στο Κολωνάκι, στου Δουκουμέ και συμφωνήσαμε να φύγουμε μαζί για να με βοηθήσει κιόλας να βρω τον ξάδελφο. Περάσαμε πρώτα από την Πάτρα να πάρω και τα υπόλοιπα λεφτά από το Ταμιευτήριο και συνεχίσαμε για Αθήνα…

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ