Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου (1923-2017)

ΑΘΗΝΑ 1939

Οταν φτάσαμε στην Αθήνα, πραγματικά ήταν ζούγκλα όπως είχε πει το αφεντικό σε σύγκριση με την Πάτρα, είδα για πρώτη φορά πολυκατοικίες με 5 ορόφους και τις θαύμαζα. Εμεινα το βράδυ στο σπίτι που έμενε κι ο φίλος μου και όπως μου είχε πει, την άλλη μέρα θα πηγαίναμε στην Καλογρέζα, όμως την άλλη μέρα ήθελε να πάει πρώτα στο μαγαζί που δούλευε και με πήρε μαζί του. Το αφεντικό τον έβαλε να πιάσει αμέσως δουλειά και έτσι εγώ έμεινα μόνος. Μου είπε βέβαια ότι θα πάμε την επομένη, αλλά εγώ αποφάσισα να πάω μόνος μου, πήρα την οδό Ακαδημίας και κατέβαινα. Οταν έφτασα εκεί που ήταν τα λεωφορεία, ρώτησα για τα λεωφορεία της Καλογρέζας και μου είπαν «θα πας ευθεία κάτω, θα βρεις την οδό Χαλκοκονδύλη, εκεί θα τα βρεις». Πράγματι έφτασα εκεί, ρώτησα για το λεωφορείο, μου λένε «μόλις έφυγε, σε μια ώρα θα έχει άλλο, μπορείς όμως να πας με το λεωφορείο της Ν. Ιωνίας και να περπατήσεις κάνα τέταρτο». Λέω «καλύτερα να περιμένω», μπήκα σ’ ένα μεγάλο μαγειρείο που ήταν εκεί, το «Μενίδι» και την «πέτσωσα» που λένε, πέρασε και η ώρα μέχρι να έρθει το λεωφορείο.

Πήγα λοιπόν στην Καλογρέζα, στη διεύθυνση που είχα, βλέπω κάτι προσφυγικές παράγκες, ρώτησα εκεί για τον ξάδερφό μου τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, κάποιος μου είπε «δεν είναι πια εδώ, πήγανε σε κανονικό σπίτι», αλλά δεν ήξερε πού, άρχισα να ρωτάω αριστερά – δεξιά, πολλοί μου είπανε πως τον ξέρουν γιατί πρώτα ήταν «φανελάς» όπως λέγανε αυτούς τους πλανόδιους που πουλάγανε φανέλες και λοιπά εσώρουχα, αλλά κανείς δεν ήξερε το σπίτι του, εγώ συνέχισα να ρωτάω μέχρι που έφτασα στη γειτονιά του, ρώτησα και μου το έδειξαν, πήγα εκεί και βλέπω ένα τσούρμο από παιδιά που παίζανε. Ρώτησα ένα κοριτσάκι -θέλοντας να κάνω τον ευγενή – «Δεσποινίς, εδώ είναι του Κώστα του Αναγνωστόπουλου»; Μου λέει «ο μπαμπάς μου είναι, ελάτε να σας πάω», ήτανε η ανηψιά μου η Ευστρατία. Με πήγε λοιπόν στον Κώστα που είχα να τον δω σχεδόν 10 χρόνια από τότε που είχε έρθει στο χωριό με τη γυναίκα και τον γιο του μωρό. Τότε στο χωριό, η γυναίκα του η Ευθυμία έπαιζε με τα μικρά παιδιά γιατί κι αυτή παιδί ήτανε, 15 χρονών. Τώρα ήτανε 23 χρονών με 4 παιδιά. Με υποδέχθηκαν με εγκαρδιότητα όλοι, ακόμα και η πεθερά του Κώστα, με φιλοξένησαν, και από τον Κώστα έμαθα ότι η αδελφή της μάνας μου έμενε στο κάτω μέρος της Καισαριανής, στον Αϊ Νικόλα, δίπλα σ’ ένα ρέμα βρώμικο που χυνότανε, εκεί που είναι το Κάραβελ τώρα, στον Ιλισό. Ετσι λοιπόν πήρα το τραμ το 12 όπως μου είπε ο ξάδερφος και πήγα στο Παγκράτι, ρωτώντας βρήκα τον Αϊ Νικόλα, ήτανε κι εκεί μια παραγκούπολη προσφυγική. Η θεία μου είχε παντρευτεί πρόσφυγα και είχαν πάρει ένα σπιτάκι σαν δικαιούχοι. Τέλος πάντων, βρήκα τη θεία, με υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά, με φιλοξένησε και αυτή και μου είπε ότι ο αδερφός μου ο Χρήστος μένει εκεί κοντά, πιο πάνω στην πλατεία της Καισαριανής, δηλαδή στο τέρμα των λεωφορείων τότε. Μου λέει η θεία «θα πάμε μαζί γιατί έχω καιρό να τους δω».

Βρήκαμε εκεί τη Δέσποινα, τη νύφη μου με τα δυο της παιδιά. Φύσει φιλόξενη η Δέσποινα, με περιποιήθηκε σαν γνήσια Σμυρνιά που ήτανε. Είχανε πάρει κι αυτοί σπίτι προσφυγικό, κι όταν λέμε σπίτι, λέμε για ένα δωμάτιο, ένα χολ και μια κουζίνα. Κι αυτό βέβαια για το καλό τους, το κράτος σκέφτηκε άμα τους δώσω μεγάλο σπίτι, πώς θα τα φέρνει βόλτα η νοικοκυρά, θα κουράζεται και με τα παιδιά και όλα… Το μεσημέρι ήρθαν και τα αδέλφια μου που ήταν τυπογράφοι στο επάγγελμα και γνωριστήκαμε από την αρχή. Τον Κώστα τον θυμόμουνα αμυδρώς από το χωριό, τον μεγαλύτερο τον Χρήστο δεν τον είχα δει ποτέ, ούτε εγώ, ούτε η Νίτσα, όπως δεν είχαμε δει και τους άλλους, τον Τάκη και την Ελένη που έμενε κι αυτή στην ίδια περιοχή, την Ανάληψη, παντρεμένη με δύο γιους, όπως και τη θεία μου τη Βασιλική, αδελφή κι αυτή της μάνας μου που έμενε στο Παγκράτι, στην πλατεία Πλαστήρα με τον άντρα της και τον γιο τους. Γνωριστήκαμε με όλους λοιπόν, αλλά τώρα ήτανε καιρός να κοιτάξω και για δουλειά, τα λεφτουδάκια που είχα φέρει από την Πάτρα κόντευαν να τελειώσουν κι αυτά.

Ο αδελφός μου ο Κώστας με πήρε και πήγαμε σ’ ένα ιδιωτικό γραφείο ευρέσεως εργασίας, στην αρχή της Πειραιώς. Εκεί μας είπαν μόνο για ένα Γαλακτοπωλείο στο Περιστέρι. Ο Κώστας μού λέει «πήγαινε κι αν δεν είναι καλά, φεύγεις, θα βρούμε κάτι άλλο». Πήγα λοιπόν εκεί και έπιασα δουλειά, τι δουλειά όμως, το μαγαζί πούλαγε και πάγο και μου δώσανε ένα καρότσι γεμάτο και τις διευθύνσεις εκεί στο γειτονιά να κάνω διανομή και επιπλέον όταν ερχότανε το αυτοκίνητο του Φιξ με τον πάγο, έπρεπε να βοηθάω να βάζω τις κολόνες στο ψυγείο, βαριά η καλογερική, τα παράτησα και έφυγα. Πήγαμε ξανά με τον Κώστα στο ίδιο γραφείο και τους είπαμε ότι εκεί που με στείλανε δεν ήταν Γαλακτοπωλείο αλλά Παγοπωλείο και ζητήσαμε κάποια άλλη δουλειά. Μας είπαν για ένα μπακάλικο του Καλαντζόπουλου, στην συμβολή των οδών Φαβιέρου και Χίου, αυτό τουλάχιστον ήτανε κοντά στο κέντρο, έπιασα δουλειά αλλά κι εκεί περίπου τα ίδια ήτανε, δεν κάθισα πολύ, έφυγα, γύρισα στην Καλογρέζα, στον ξάδελφο, με τράβαγε το Αναγνωστοπουλαίικο. Γνώρισα και τα άλλα ξαδέλφια, τον Χαράλαμπο, την Ευανθία και τη Δήμητρα, όλοι είχαν από 4-5 παιδιά ο καθένας και τον μικρότερο τον Γιάννη που ήταν ανύπαντρος, ανάπηρος του Αλβανικού κι έτσι συμπληρώθηκε το παζλ των γνωριμιών που λένε.

Μια μέρα κατέβηκα στη Νέα Ιωνία και χάζευα τις φωτογραφίες έξω από το Σινεμά Μύριαμ, όταν μια κυρία από δίπλα που ήταν ένα καφέ – ουζερί μου λέει «αγοράκι δουλεύεις πουθενά εσύ;», «όχι» της λέω. «Θέλεις να έρθεις εδώ να δουλέψεις μέσα στην κουζίνα;» «Θέλω» της είπα, με ρώτησε τότε τίνος είμαι, πού κάθομαι και να φέρω κάποιον από τους δικούς μου να μιλήσουν. Εφερα την Ευθυμία γιατί ο Κώστας δούλευε κι έτσι έπιασα δουλειά στην κουζίνα, έπλενα πιάτα, ποτήρια, σαγανάκια κ.λπ. Τους καφέδες και τους μεζέδες τούς φτιάχνανε αυτοί, η κυρία Βούλα και ο άντρας της ο κ. Απόστολος. Επίσης δούλευε εκεί κι ένας σερβιτόρος που γίναμε φίλοι, ο Θωμάς ο Θωμαϊδης που έτυχε να γνωρίζει και τον Κώστα γιατί έμενε στην Καλογρέζα κι αυτός – τα παιδιά του τώρα έχουν μεγάλο κατάστημα υαλικών στην Καλογρέζα. Δεν τους είπα ότι είχα δουλέψει σε καφενείο και μια μέρα που φώναξε παραγγελία ο Θωμάς κάτι καφέδες, τους έφτιαξα εγώ γιατί ο κ. Απόστολος έλειψε για λίγο, «τους έφτιαξες εσύ;» μου λέει ο Θωμάς, τους πήρε και λέει «ο Θεός βοηθός» και τους σέρβιρε. Εν τω μεταξύ ήρθε ο κ. Απόστολος που ακούει από έναν πελάτη να λέει «αυτός είναι καφές Απόστολε, έτσι να μου τον φτιάνεις», ρωτάει τον Θωμά «πώς του τον έφτιαξες;», «εγώ;» λέει ο Θωμάς, «ο Μπάμπης τον έφτιαξε». «Ελα ρε Μπάμπη» λέει «ξέρεις να φτιάχνεις καφέδες;» και τότε του είπα πως είχα δουλέψει σε καφενείο.

Εκεί έμαθα όλες τις δουλειές: τηγάνιζα κεφτέδες, συκωτάκια, μαρίδες κ.λπ. στην γκαζιέρα που είχαμε και την τρομπάραμε κάθε λίγο άμα χαμήλωνε η φωτιά. Ημουνα πολύ ευχαριστημένος από τα αφεντικά, μου φέρονταν σαν να ήμουνα παιδί τους, στο φαγητό δεν υπήρχε διάκριση γιατί έτρωγα κιόλας, μεσημέρι, βράδυ και φυσικά και πρωινό. Το μεσημέρι πήγαινα στο σπίτι τους που ήταν κοντά, κάτω από την οδό Μεσολογγίου και ξάπλωνα κάνα δυο ώρες. Το βράδυ βέβαια κοιμόμουνα στην Καλογρέζα, στου Κώστα.

Η εικόνα που εμφάνιζε το κέντρο της Νέας Ιωνίας τότε ήταν η εξής: δίπλα μας ήταν η Αστυνομία σ’ ένα ισόγειο προσφυγικό σπίτι, απέναντι εκεί που είναι ο ΟΤΕ, ήταν το φωτογραφείο του Βογιατζόγλου, πιο κάτω στη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Ηρακλείου ήταν το καφενείο «Αβέρωφ» στη μία γωνία και το καφενείο «Προξενικόν» στην άλλη. Μερικά μαγαζιά που υπήρχαν από τότε, υπάρχουν και σήμερα όπως ο Δουβλίδης – ποτοποιία, ο Ζαχαριάδης – σιδηρικά, ο Κούρτης – κρεοπωλείο, ο Λουκάς – καφεκοπτείο.

Τ’ αφεντικά δεν είχανε παιδιά και γι’ αυτό ίσως μου είχανε κάποια αδυναμία. Ομως δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται: ό,τι είχε γίνει στο πρώτο μαγαζί στην Πάτρα που το πουλήσανε, έτσι κι εδώ μόλις άρχισε να χειμωνιάζει και έκλεισε το σινεμά που ήταν θερινό, ο κ. Απόστολος το πούλησε. Το πήρε κάποιος άλλος που δεν ήθελε προσωπικό, έτσι κι εγώ κι ο Θωμάς έξω, όχι αμέσως όμως, μας άφησε ένα περιθώριο 15 ημερών να κοιτάξουμε για δουλειά.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ