Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου (1923-2017)

ΜΕΝΙΔΙ, 1939-στην ηλικία των 16 ετών

…Ο ξάδερφος ρωτούσε παντού για να μου βρει δουλειά και ένας πατριώτης μας ο Θ.Δουρίδας που ήταν έμπορος, “δοσάς” όπως τους λέγανε τότε, μου βρήκε στο Μενίδι. “Σε μαγειρείο, θέλεις να πας;” Εγώ νομίζοντας ότι μου λέει για το εστιατόριο “Μενίδι” που πήγα κι έφαγα στην Χαλκοκονδύλη την πρώτη μέρα που κατέβηκα στην Αθήνα, με προθυμία του είπα ναι. «Τότε» μου λέει, «την Τετάρτη που θα πάω εγώ στο Μενίδι, μάζεψε τα ρουχαλάκια σου να πάμε μαζί γιατί εκεί θα κοιμάσαι μέσα στο μαγαζί». Εγώ του λέω «το ξέρω το μαγαζί, έχω φάει εκεί». Τα ‘χασε ο Θόδωρος, «πού το ξέρεις το μαγαζί και πότε έχεις φάει;» «Όταν πήγα στη Χαλκοκονδύλη να πάρω το λεωφορείο» του λέω. Κατάλαβε και έσκασε στα γέλια. “Όχι ρε, αυτό το Μενίδι” μου λέει, “το χωριό το Μενίδι”. Απογοητεύθηκα, εδώ είδα κι έπαθα να φύγω από το χωριό, πάλι σε χωριό θα πήγαινα; «Πού είναι αυτό το χωριό;» ρωτάω, «δεν είναι μακριά» μου λέει, «με τα πόδια πηγαίνουμε από εδώ, γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος, για να πάρεις το λεωφορείο πρέπει να πας στην Αθήνα».

Τέλος πάντων, έτσι κι έγινε, την Τετάρτη το πρωί, ήρθα στην Σαφράμπολη που καθόταν ο Δουρίδας, φαμελίτης κι αυτός με 4 παιδιά σαν τους άλλους τους συγγενείς μου και ξεκινήσαμε λοιπόν με το τραμ το 2, όπως λέγαμε τότε την πεζοπορία, περάσαμε το κέντρο της Νέας Ιωνίας, βγήκαμε στη Δεκελείας και συνεχίσαμε ευθεία ως το ποτάμι, στα Μάρμαρα όπως λεγόταν η τοποθεσία, επειδή είχε μαρμαράδικα, είχε και μια βρύση εκεί, φυσική πηγή δηλαδή, ήπιαμε νερό και συνεχίσαμε περνώντας την ανηφόρα προς το Μενίδι. Πλησιάζοντας, είδα στ’ αριστερά ένα στρατιωτικό κέντρο, κανόνια, αντιαεροπορικά πυροβόλα κλπ, κοντά σχεδόν στα σπίτια. Τέλος πάντων φτάσαμε στην πλατεία του Μενιδίου που ήτανε το μαγαζί. «Εστιατόριο» έγραφε και όπως είδα μετά, ήταν το μόνο που μπορούσε να λέγεται έτσι γιατί είχε μάγειρα, κουζίνα πλούσια, σερβιτόρο, ήταν και γωνιακό στην πλατεία, τα άλλα μαγαζιά που υπήρχαν και ήταν πολλά, ήταν σκέτα κρασοπουλειά. Το αφεντικό είχε το παρατσούκλι Καραμαλέας, ίσως επειδή ήταν πάνω από δύο μέτρα ψηλός, αδύνατος και λίγο κυρτός. Κιουρκατιώτης ήτανε το επώνυμό του, αλλά κανένας δεν τον φώναζε έτσι, ήταν τύπος ωραίος με πολύ χιούμορ.

Εμένα με θέλανε για τη λάντζα, παλιά μου τέχνη κόσκινο που λένε, αλλά θα ήμουν σε άλλο επίπεδο, στο προηγούμενο μαγαζί έπλενα πιάτα, ποτήρια, άντε και κάνα σαγανάκι. Τώρα πήρα αλματώδη προαγωγή, θα έπλενα μαρμίτες(μεγάλες χάλκινες κατσαρόλες για σούπα), ψαριέρες (μεγάλες κατσαρόλες και αυτές), μεγάλα ταψιά, όλα χάλκινα, βαριά κι έτσι μπήκα στο πάνθεον των μεγάλων της λάντζας, κατέλαβα αμέσως τη θέση μη μας της πάρει κανένας άλλος με μέσον και άρχισα με κάτι πιάτα για προθέρμανση. Οι χάλκινες κατσαρόλες είχαν την εξής διαδικασία: αφού τις έπλενες εσωτερικά να φύγουν οι σάλτσες, τα λίπη κλπ, έπρεπε να πιάσεις το εξωτερικό, όπου πρώτα το περνούσες με μια αυτοσχέδια αλοιφή που φτιάχνανε με αλεύρι, αλάτι και ξύδι και τη λέγανε ξυδιά. Όταν πέρναγες λοιπόν το χάλκινο με αυτή την αλοιφή και το έπλενες με νερό, άστραφτε. Για να διατηρηθεί, έπρεπε να τριφτεί μετά με άμμο (διαφορετικά έκανε κάτι χαλκοπράσινα σχήματα), έτσι λοιπόν γινότανε λαμπίκος, σα χρυσάφι και τα βάζαμε στο ράφι στη σειρά και το ευχαριστιόμαστε, αυτά για το καλλιτεχνικό μέρος της δουλειάς που είχα αναλάβει. Τώρα είχαμε και το μεταφορικό, το άλλο γκαρσόνι είχε αναλάβει την υδροδότηση – κουβάλαγε με δύο τενεκέδες το νερό από την πλατεία που είχε ένα πηγάδι και γέμιζε το ντεπόζιτο που είχαμε στην κουζίνα – ενώ εγώ είχα αναλάβει την αποχέτευση. Έπαιρνα τους τενεκέδες με τα αποπλύματα και τα πήγαινα και τα έχυνα στα δημόσια αποχωρητήρια που ήτανε κι αυτά σ’ ένα μέρος της πλατείας υπόγεια. Έπρεπε δηλαδή να κατεβαίνω τόσα σκαλοπάτια με δύο τενεκέδες στα χέρια, γεμάτους αποπλύματα, ζούσα μια ωραία ατμόσφαιρα εκεί μέσα, όπως έλεγε κι ένας Ηλιόπουλος που τον λέγανε Ντίνο.

Αν είναι δυνατόν, μια πόλη 10.000 κατοίκων όπως λέγανε τότε, να μην έχει μια στοιχειώδη αποχέτευση, έστω βόθρο τουλάχιστον στο κέντρο της πλατείας; Την απάντηση την πήρα μια μέρα που είχε έρθει ο Δήμαρχος μέσα στο μαγαζί και ο Καραμαλέας με το καυστικό του χιούμορ μού λέει μπροστά του, «τον βλέπεις αυτόν Μπάμπη; Είναι ο Δήμαρχός μας, αυτός πάει και μας εκπροσωπεί στην Αθήνα, στην Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων και σίγουρα θα λένε οι άνθρωποι, αφού αυτός είναι ο Δήμαρχος Μενιδίου, σκέψου οι άλλοι τι θα είναι», αλλά κι εκείνος του απάντησε γελώντας “κατά τους Δημότες και ο Δήμαρχος”. Ο Καραμαλέας τους πείραζε όλους αλλά εκεί που είχε βρει το μπελά του με δαύτους ήτανε το βράδυ που δεν ξεκολλάγανε να κλείσουμε, “ικνανί” (δρόμο τώρα) τους έλεγε εις άπταιστον αλβανική ή αρβανιστί, “σκάβερι” (δεν έχει κρασί), αλλά εκείνοι το βιολί τους, “νι κατοστάρ, ρε νι κατοστάρ”, δηλαδή εκατό δράμια ακόμη, αυτοί ήταν οι Μενιδιάτες. Πρωί – πρωί από τις 7, κάθονταν έξω από το μαγαζί περιμένοντας ν’ ανοίξουμε να μπούνε, να πιούνε κρασί. Κι όταν κάθονταν, 4-5 παρέα, σου παραγγέλνανε λίγους γίγαντες και ένα κατοστάρι κρασί, το οποίο βάζανε 2-3 δάκτυλα στα ποτήρια τους και φυσικά τελείωνε κι αμέσως στο δίνανε και σου λέγανε γέμισέ το, δηλαδή “νι κατοστάρ” ή “γκιμσοκάι” (μισή οκά) όπως τα ‘πιανε το αυτί μου.

Φεύγοντας από την Πάτρα και πηγαίνοντας στην Καλογρέζα, αισθανόμουνα σαν μετανάστης γιατί οι πρόσφυγες μιλάγανε διαφορετικά από τους Πατρινούς σε λεξιλόγιο, αλλά κυρίως σε προφορά. Η Πάτρα είχε πάρει πολλά από τα Επτάνησα π.χ. τα λουλούδια τα λέγανε φιόρα, τη σκορδαλιά αλιάδα, τον μπογιατζή πιττόρο, με δυσκολία τους καταλάβαινα στην Καλογρέζα, προπαντός μερικούς από τα βάθη της Μικρασίας, τους Σπαρταλίδες που λένε με την πολύ βαριά προφορά. Τώρα πήγα στο Μενίδι κι άκουσα να μιλάνε μιαν άλλη γλώσσα που δεν την είχα ακούσει ποτέ: αρβανίτικα. Αρβανίτικα τσαρούχια είχα ακούσει αλλά γλώσσα όχι. Τέλος πάντων, «όχι όπως ήξερες, όπως βρήκες» λέει η παροιμία.

Ένα άλλο αρνητικό στο Μενίδι ήταν που στο κέντρο, στην πλατεία δεν κυκλοφορούσε γυναίκα ούτε για δείγμα, εκτός από την Κυριακή το πρωί που πηγαίνανε στην Εκκλησία. Στην ταβέρνα, στο ζαχαροπλαστείο απαγορευόταν, “personanongrata”, για να δείξουμε πως ξέρουμε κάτι τις κι από λατινικά. Τι διάολο, δύο κολέγια βγάλαμε, Velimahi&SoudeliSchools, αμ πως; Όπου να πήγαινες, σε ταβέρνα, καφενείο κλπ, δεν άκουγες πάρα μόνο αρβανίτικα, κι εγώ δεν τα πήρα με καλό αυτί, ευτυχώς που ο μάγειρας και ο σερβιτόρος δεν ήταν αρβανίτες και μιλάγαμε τη γλώσσα μας. Παρ’ όλα αυτά, άραξα εκεί, «ανάγκα και οι θεοί πείθονται» λέει η ρήση. Έπαιρνα ρεπό κάθε Δευτέρα μεσημέρι και πήγαινα στην Καλογρέζα και γύριζα την άλλη μέρα πρωί-πρωί, περνώντας δε από το ποτάμι, έπαιρνα και άμμο για τις κατσαρόλες για να μην ξεχνιόμαστε. Όταν έφτανα στην Καλογρέζα, γινότανε πανζουρλισμός με τα πιτσιρίκια γιατί τους πήγαινα σοκολάτες, κάνα χαρτζιλίκι και με περιμένανε πως και πως. Έτσι πέρασα στο Μενίδι όλο το χειμώνα του ’39 – ’40.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ