Απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου (1923-2017)

….Την άλλη μέρα, εκεί που το είχαμε πάρει απόφαση ότι δεν γίνεται τίποτα για να φύγουμε, έρχεται ένας που είχε βγει βόλτα στο Μοναστηράκι και μας λέει με ενθουσιασμό «παιδιά, στην Ελευσίνα φεύγουν καράβια εγγλέζικα και παίρνουν κόσμο, κυρίως νέους!». Φαίνεται όσα και να πάθει ο άνθρωπος, δε βάζει μυαλό και ομόφωνα αποφασίσαμε να πάμε στην Ελευσίνα. Μια κουβέντα ήτανε να πάμε, είχανε παραλύσει τα πάντα, δεν υπήρχε λεωφορείο, ούτε ταξί, τίποτα, όμως άμα είναι να ταλαιπωρηθείς, θα το πάθεις. Ρωτώντας οι άλλοι, βρήκανε κάποιο φορτηγό που θα έφευγε σε μία ώρα περίπου, ανεβήκαμε όλοι επάνω και πήγαμε στην Ελευσίνα – το φορτηγό δεν θα ξαναγύριζε γιατί δεν είχε άλλη βενζίνη. Τέλος πάντων, μια και δυο πάμε για το λιμάνι, εκεί τα χάσαμε, δεν υπήρχε όχι καράβι, αλλά ούτε καν καρυδότσουφλο. Το μόνο πλεούμενο που βρήκαμε εκεί ήταν ένα κινέζικο φορτηγό πλοίο, εγκαταλελειμμένο μάλλον, που είχε δίπλα του και μια μεγάλη βάρκα από λαμαρίνα. Βλέποντας τη βάρκα και αφού δεν υπήρχε άλλη λύση, πετάχτηκε ένας από την παρέα ως νέος Ροβινσώνας και λέει «παιδιά αυτό είναι, θα πάρουμε τη βάρκα και θα βγούμε στ’ ανοιχτά κι εκεί όποιο καράβι μας βρει, θα μας πάρει». Τόσο έξυπνοι που είμαστε όλοι, δεν μπορούσαμε παρά να συμφωνήσουμε με την ιδέα του φίλου και «αμ’ έπος αμ’ έργον» που λένε, ένας από την παρέα ξεντύνεται και πάει κολυμπώντας στη βάρκα που ήτανε κάπου 100 μέτρα από την ακτή να δει τι πράμα είναι και αν έχει κουπιά.

Όταν γύρισε μας λέει «παιδιά, κουπιά δεν υπάρχουν μέσα στη βάρκα, κάτι χαρτιά κινέζικα έχει μέσα μόνο», έτσι καταλάβαμε ότι το καράβι ήταν κινέζικο. «Τώρα τι κάνουμε;», «να κοιτάξουμε να βρούμε κουπιά» λέει ένας, «εγώ» λέει αυτός που πήγε στη βάρκα, «λέω να εγκαταλείψουμε την ιδέα γιατί η βάρκα είναι πολύ μεγάλη και βαριά, μην τη βλέπετε από δω έτσι, δεν θα μπορέσουμε να τη μετακινήσουμε και τζάμπα θα ταλαιπωρηθούμε». «Ναι αλλά τελευταία μας ελπίδα είναι» λέει κάποιος, «ας δοκιμάσουμε». Εγώ, όση ώρα γινόντουσαν αυτά σκεφτόμουν να πω κι εγώ καμιά ιδέα, τι το έχω τόσο μυαλό και είτε από φόβο, είτε από ένστικτο, τους έβγαλα από το αδιέξοδο, τους λέω «ρε παιδιά και να βρούμε κουπιά και να ξανοιχτούμε στο πέλαγος, πως θα μας δουν τα καράβια που ταξιδεύουν μόνο βράδυ λόγω του κινδύνου των αεροπλάνων;», «ναι ρε, ναι ρε», είπαν όλοι, «τι πάμε να κάνουμε..» και έτσι απετράπη η νέα Αργοναυτική εκστρατεία.

Όλη η παραλία ήταν γεμάτη εγκαταλελειμμένο πολεμικό υλικό: κιβώτια με όπλα, πολυβόλα, όλμους, σφαίρες βουνό, ανοίξαμε μερικά κιβώτια μήπως βρούμε τίποτα πιστόλια, αλλά δεν υπήρχε τίποτα, ίσως και να τα είχαν πάρει οι Ελευσινιώτες. Πήγαμε σ’ ένα ταβερνάκι που ήταν ανοιχτό και ξεπαστρέψαμε κάτι ρεβίθια που είχε σε μια κατσαρόλα ο άνθρωπος με λίγη φέτα και ξεκινήσαμε να γυρίσουμε. Νομίζαμε ότι κάτι θα περάσει να μας πάρει στον κεντρικό δρόμο, αμ δε, δεν περνούσε ούτε πουλί πετάμενο που λέει η παροιμία. Έτσι το κόψαμε με το τραμ το 2, όπως λέω κι αλλού, σε 5-6 ώρες φτάσαμε στην Ακρόπολη εξουθενωμένοι και πέσαμε ξεροί για ύπνο.

Μετά από 12 ώρες ύπνο, την άλλη μέρα το πρωί και ενώ συζητούσαμε πώς θα γυρίσει ο καθένας στη δουλειά του, ακούμε απ’ έξω φωνές και βλέπουμε κόσμο να τρέχει σε ένα σημείο που είχε θέα στην οδό Αθηνάς, από την οποία περνούσαν εκείνη τη στιγμή γερμανικά μηχανοκίνητα, κατευθύνονταν προς την Ερμού και στρίψανε στο Θησείο για την Ακρόπολη. Κάποιος είπε «δεν πάμε να τους δούμε, σιγά, τι, θα μας φάνε;». Από εκεί που ήμασταν ήταν 200 μέτρα περίπου, έτσι φτάσαμε σχεδόν μαζί με τα πρώτα αυτοκίνητα, μπροστά ήταν τρίκυκλες μοτοσικλέτες με καλάθι. Τέλος πάντων, παραταχθήκανε εκεί και περιμένανε κάποιον μεγάλο για να ανεβούνε πάνω στην Ακρόπολη. Έτσι κι έγινε, ήρθε κάποιος ανώτερος και μερικοί τραβούσαν φωτογραφίες, ένστολοι δηλαδή, όχι πολίτες. Έπειτα από κάποιες συζητήσεις εκεί, ξεκινήσανε οι επικεφαλής και πηγαίνανε προς τα Προπύλαια, ακολουθούμενοι από πολλούς άλλους. Πήγανε στην άλλη πλευρά της Ακρόπολης που ήταν η σημαία, κατέβασαν την Ελληνική και ανέβασαν τη Γερμανική. Πως έγινε αυτή η διαδικασία δεν είδαμε, γιατί εμείς ήμασταν από την άλλη πλευρά. Είπανε αργότερα ότι ο τσολιάς που φύλαγε τη σημαία, όταν είδε που την κατεβάζανε, πήδηξε από το βράχο και σκοτώθηκε. Εμείς δεν είδαμε, ούτε μάθαμε εκείνη την ημέρα τίποτα. Έτσι λοιπόν τελείωσε αυτή η ιστορία και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του.

Γύρισα στην Καλογρέζα, στη “μόνιμη” κατοικία μου, ήμουν χωρίς δουλειά και έπρεπε να κοιτάξω να βολευτώ κάπου. Η δουλειά ήρθε από εκεί που δεν το περίμενα, όταν πήγα στην αδελφή μου στους Γερμανούς που τώρα βέβαια τους είχανε αφήσει ελεύθερους. Μίλησε για μένα στο αφεντικό της κι αυτός μου έδωσε μια κάρτα του που είχε γράψει κάτι και μου είπε να πάω στο ΚΕΑ (Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων), που ήταν πριν το Παλιό Φάληρο. Πήγα λοιπόν εκεί στη Γραμματεία, έδωσα την κάρτα στο Διερμηνέα, τον κ. Κάρτσωνα, θυμάμαι και τ’ όνομά του, πολύ καλός κύριος, μου είπε να περιμένω λίγο να έρθει ο Γερμανός Προϊστάμενος. Πράγματι έπειτα από λίγο ήρθε ο χερ Ζίκεν, του έδωσε την κάρτα, κάτι είπανε μεταξύ τους και μου λέει «θα σε προσλάβουμε εδώ στο γραφείο σαν αγγελιοφόρο». Ε, αυτό δεν το περίμενα, σε γραφείο εγώ, τι δουλειά θα μπορούσα να κάνω εκεί; Το πρώτο που με έβαλαν να κάνω ήταν να πάω να γεμίσω τσάι μια καράφα στην Καντίνα – οι Γερμανοί δεν πίνανε νερό, γιατί φοβόντουσαν για μικρόβια και έτσι πίνανε τσάι. Πάω λοιπόν στην Καντίνα, που για πρώτη φορά άκουσα τη λέξη και νόμισα πως θα είναι καμιά χοντρή κυρία, όπως ήξερα στην Πάτρα, μια χοντρή κυρά Κατίνα, αλλά βλέπω εκεί γνώριμο χώρο, ήτανε μαγειρεία και μια τεράστια σάλα που τρώγανε οι Γερμανοί, μόλις με είδε ένας με μπλούζα υπηρεσίας, μου λέει «έλα-έλα» και μου γέμισε την καράφα. Αυτό γινόταν συχνά. Άλλη δουλειά που έκανα ήτανε να μαζεύω τις κάρτες του προσωπικού, να τις φέρνω στο γραφείο, για να γράφουν πόσες ώρες έχει εργασθεί ο καθένας την εβδομάδα και να τις ξανατοποθετώ στη θέση τους. Εκεί μέσα υπήρχαν πολλά κτίρια, πτέρυγες, συνεργεία, μηχανουργεία, γκαράζ κ.α. που ήτανε σε μακρινές αποστάσεις και τότε όπως φαίνεται δεν είχαν εσωτερικό τηλεφωνικό δίκτυο, ό,τι μήνυμα θέλανε να στείλουν, το στέλνανε με μένα. Στο γραφείο είχαν ένα τηλέφωνο, ίσως επειδή ήτανε αρχή ακόμα που είχαν έρθει, τον αριθμό του τηλεφώνου, τον θυμάμαι ακόμα στα Γερμανικά γιατί όταν χτύπαγε, οι Γερμανοί δεν λέγανε ξέρω γω, «αλό» ή «σπρέχεν», λέγανε τον αριθμό του τηλεφώνου που ήταν “νόιν νόιν φιρ χούντρ ντράι ουντ ντράτσιχ”, όπως το έπιασε το αυτί μου (99-433), έτσι λοιπόν όπως το άκουγα όλη την ώρα είχε γίνει σλόγκαν ανυπόφορο, που να φανταστώ ότι σήμερα θα έβγαιναν τραγούδια ελληνικά χειρότερα απ’ αυτό, που επαναλαμβάνουν εκατό φορές την ίδια φράση.

Τέλος πάντων, καλά ήτανε εκεί, σχολάγαμε κατά τις 4 και πηγαίναμε παρέα για μπάνιο, πιο κάτω στα μπεν μιξ, που υπήρχαν ακόμη. Ήταν μια μακριά εξέδρα στη μέση, δεξιά ήτανε οι καμπίνες για άνδρες και αριστερά για τις γυναίκες, χωριστά χωράφια δηλαδή. Αυτό πάντως δεν εμπόδιζε τις παραβάσεις από τους πιο ζωηρούς. Αν δεν είχαμε μαγιό, το νοικιάζαμε από τον καμπινιέρη, που είχε ποικιλία, πολλά τα εύρισκε ξεχασμένα στις καμπίνες – ούτε που σκεφτόμαστε να μην τα νοικιάσουμε για λόγους υγείας.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ