Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου (1923-2017)

Καλά περνάγαμε μέχρι εδώ αλλά μετά άρχισαν τα δύσκολα, άρχισαν να εξαφανίζονται τα τρόφιμα και ξεκίνησαν τα δελτία στο ψωμί. Όσοι δουλεύαμε στο ΚΕΑ, παίρναμε κάθε δύο μέρες ένα καρβέλι ψωμί κατά την έξοδο από την πύλη. Ήτανε κι αυτό κάτι αλλά δεν κράτησε πολύ για μένα. Μια μέρα ένας ξανθόψειρας Γερμανός με στέλνει στο γκαράζ να τους πω να στείλουν στην πύλη το αυτοκίνητο 508, ένα μικρό επιβατικό – λες και δεν μπορούσε να πάει 200 μέτρα απόσταση να το πάρει απευθείας. Πήγα εγώ λοιπόν, το είπα σε κάποιον εκεί, μου λέει «το 508 δεν είναι εδώ, κάποιος άλλος το έχει πάρει», γύρισα και το είπα στο διερμηνέα, κι αυτός του το μετέφρασε. Έπειτα από κάνα τέταρτο έρχεται μέσα στο γραφείο φωνάζοντας και λέει στο Διερμηνέα δείχνοντάς με «αυτός να σχολάσει, είπε ψέματα, το αυτοκίνητο το βρήκα εκεί». Προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει ότι όταν πήγα εγώ δεν ήτανε εκεί το αμάξι, το είχε πάρει κάποιος άλλος, δεν έπαιρνε από λόγια, ήτανε Σάββατο, τη Δευτέρα “νιξ αρμπαϊτ”. Ο κ.Κάρτσωνας, μου λέει «έλα εσύ τη Δευτέρα, τώρα είναι εκνευρισμένος, μπορεί να καλμάρει». Πήγα εγώ τη Δευτέρα ελπίζοντας, αλλά κατά τις 10 ήρθε αυτός κι όταν με είδε, βάζει τις φωνές στον κ.Κάρτσωνα γιατί με άφησε να πιάσω δουλειά και τον απείλησε να διώξει κι αυτόν ουρλιάζοντας, οπότε τα μάζεψα κι έφυγα. Ο κ.Κάρτσωνας πάντως μου είπε να μη χάσω την επαφή μαζί του γιατί αυτόν μπορεί να τον αποσπάσουν και να φύγει από κει και τότε μπορούσα να ξαναγυρίσω.

Μετά από αυτό, με φιλοξένησε ο φίλος μου ο Θόδωρος στο δωμάτιό του στην Ακρόπολη. Ο Θόδωρος δούλευε στο εστιατόριο ΗΒΗ στην Ομόνοια. Η Ομόνοια τότε ήταν γεμάτη από εστιατόρια πολυτελείας, «ΗΒΗ», «ΕΛΛΑΣ», «ΕΛΛΗΝΙΚΟ», «ΠΑΝΘΕΟΝ», «ΠΑΛΛΑΣ», «ΑΒΕΡΩΦ» – που δούλευε σεφ ο πασίγνωστος Ν. Τσελεμεντές – τώρα δεν υπάρχει κανένα απ’ αυτά. Ο Θόδωρος δούλευε ποτηριέρης και με λίγα λόγια πήρε κι εμένα εκεί γιατί έφυγε ένας δεύτερος που είχε, πήγε στο χωριό του – τότε όσοι μπορούσαν φεύγανε για τα χωριά τους για να γλιτώσουν από την πείνα. Έτσι έπιασα δουλειά στηνΗΒΗ, απερισκεψία γιατί αν πήγαινα στο Γερμανό, το αφεντικό της Νίτσας που με έστειλε στο Κ.Ε.Α. και του έλεγα τι είχε συμβεί, μπορεί να μεσολαβούσε και να με έστελνε κάπου αλλού για δουλειά.

Νοικιάσαμε ένα δωμάτιο μαζί με έναν άλλον που δούλευε κι αυτός εκεί στη λάντζα, στην αρχή της οδού Βουλιαγμένης. Όταν έπιασε ο χειμώνας όμως με την πείνα τη μεγάλη, ο συγκάτοικος θεώρησε καλό να φύγει και δεν μάζεψε μόνο τα δικά του πράγματα αλλά και τα δικά μου – μεταξύ των άλλων μου πήρε και το πρώτο μου καλό κοστούμι που είχα φτιάξει στο Δουρίδα με δόσεις, προηγουμένως όλο με ντρίλινα βολευόμουνα. Στην ΗΒΗ δουλεύανε και κάποιοι συμπατριώτες του, όταν τους το είπα λοιπόν μου λένε «θα τον βρούμε, άλλο μέσο να πάει στο χωριό δεν έχει παρά μόνο το τραίνο». Ήτανε από κάποιο χωριό από τον Πύργο Ηλείας. Έτσι την άλλη μέρα το πρωί από τις 7, πήγαμε στο σταθμό Πελοποννήσου και ψάχνοντας μέσα σε πάρα πολύ κόσμο, τον βρήκαμε το φίλο. Τον άρχισε στις φάπες ο συμπατριώτης του ο Λεωνίδας, που ήτανε εύσωμος, ψηλός και κατάξανθος – όταν έμπαινε στα λεωφορεία και στα τραμ δεν πλήρωνε εισιτήριο παριστάνοντας το Γερμανό και ποτέ κανένας εισπράκτορας δεν του ζήτησε χαρτιά, ταυτότητα ή κάτι άλλο – και ήθελε να τον πάμε στην Αστυνομία. Τι να το κάνεις όμως, αυτό που άξιζε περισσότερο απ’ όλα, το κοστούμι, το είχε πουλήσει στο Μοναστηράκι σε περαστικό, οπότε δεν μπορούσαμε να το βρούμε. Στη βαλίτσα είχε δέσει και μια κουβέρτα δική του και την είχε κάνει ένα μπόγο, αυτήν την κουβέρτα του την πήρα εγώ και την είχα πολλά χρόνια μέχρι που παντρεύτηκα, δεν θυμάμαι τι απέγινε. Παρ’ όλο που επέμενε ο Λεωνίδας να τον πάμε στην Αστυνομία, εγώ του έλεγα «όχι, δεν θα βγει τίποτα και θα βάλουμε και μπελάδες στο κεφάλι μας», κάπως έτσι έγινε και τον αφήσαμε αφού πήρα τη βαλίτσα που ήταν δική μου και την κουβέρτα του.

Τώρα που έμεινα μόνος στο δωμάτιο, δεν μπορούσα να πληρώνω όλο το ενοίκιο, έπρεπε να βρω νέο συγκάτοικο. Ο Λεωνίδας που προανέφερα μαζί με το συγχωριανό του, τον Ανδρέα, κοιμόντουσαν μέσα στην ΗΒΗ, ένα από τα αφεντικά, ήταν από το ίδιο χωριό μ’ αυτούς και είχανε ας πούμε το μέσο. Μου λέει ο Λεωνίδας «αν θέλεις να έρθεις κι εσύ μαζί μας, θα το πω εγώ στο αφεντικό». Έτσι κι έγινε, μάζεψα τα μπογαλάκια μου, τη βαλίτσα μου και ένα κρεβάτι εκστρατείας που το είχα κάνει πλιάτσικο από τους Εγγλέζους όταν φύγανε από μια βάση που είχανε κάπου στις Κουκουβάουνες και είχανε εγκαταλείψει διάφορα υλικά, είχα πάρει και 2 κουβέρτες που τις είχα χρόνια. Είχαμε πάει τότε μαζί με την Ευθυμία, την ξαδελφονύφη μου, πήρε και εκείνη κάτι κουβέρτες και κάποιο ύφασμα από αλεξίπτωτο που ήτανε περιζήτητο για τις γυναίκες γιατί ήταν από μετάξι όπως λέγανε και το κάνανε διάφορα φορέματα, μπλούζες κλπ. Μετέφερα λοιπόν τα πράματά μου στην ΗΒΗ, στο υπόγειο, σε μια γκαρνταρόμπα, είχε πολλές τέτοιες για το προσωπικό, που ήτανε περίπου 60 άτομα. Κάθε βράδυ ανέβαζα το κρεβάτι μου επάνω, το άνοιγα και κοιμόμουνα. Οι άλλοι βάζανε 2-3 τραπέζια στη σειρά και κοιμόντουσαν πάνω σ’ αυτά.

Όταν άρχισε η πείνα κάποιος εφεύρε τη λέξη «ντου»: όταν ο κόσμος άκουγε αυτή τη λέξη, όρμαγε σε κάποιο θύμα και του έπαιρνε ό,τι τρόφιμα κουβαλούσε. Έτσι την πλήρωσα κι εγώ μια μέρα που με στείλανε με ένα καρότσι να πάρω τα ψωμιά του μαγαζιού από το φούρνο του Μέντζου, στο στενό του παλιού Ταχυδρομείου, οδός Στ. Στρέιτ. Παρόλο που πήραμε κάποια μέτρα να μη φαίνονται τα ψωμιά – τα σκεπάσαμε με μια λινάτσα και βάλαμε κι ένα καφάσι άδειο επάνω – δεν προβλέψαμε το εξής: τα ψωμιά ήταν ζεστά, μόλις είχανε βγει από το φούρνο και μυρίζανε. Τέλος πάντων, τα βάλαμε στο καρότσι, πήρα την οδό Αθηνάς και όταν έφτασα στη γωνία με την Ομόνοια, στο Μπάγκειον απέξω, το πήρανε χαμπάρι, ακούω τη λέξη «ντου» και ορμήσανε. Δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα, όχι μόνο πήρανε τα ψωμιά, αλλά σπάσανε και το καρότσι και το πήγα σούρνοντας στο μαγαζί. Δεν χρειάστηκε να βρούμε τρόπο να μεταφέρουμε το ψωμί ξανά γιατί αυτόν ήταν το τελευταίο της ελεύθερης αγοράς. Από κει και μετά έδιναν μόνο με δελτίο κι έτσι κάθε πελάτης έφερνε το δικό του. Άσε που σε λίγο στην ΗΒΗ δεν βρίσκανε τίποτα από τρόφιμα να μαγειρέψουν και φτάσανε στο σημείο να μαγειρεύουν μήλα, «μήλα βουτύρου» γράφανε στον κατάλογο, «κάστανα γιαχνί, κυδώνια φούρνου», φέτες που όπως τα βλέπανε οι πελάτες τα περνάγανε για πατάτες και λέγανε βάλε – βάλε και μετά απογοητεύονταν.

Λίγο αργότερα οι πελάτες φέρνανε όχι μόνο το δικό τους ψωμί, αλλά και το δικό τους λάδι, όσοι είχαν δηλαδή. Φέρνανε ένα μπουκαλάκι με λάδι και τους το φυλάγαμε σ’ ένα ράφι. Το μπουκάλι έγραφε επάνω το όνομά τους και όταν έρχονταν για φαΐ τους το δίναμε και ρίχνανε. Πολλοί έβαζαν σημάδι για να μην τους το κλέψουμε, κολλώντας ένα χαρτί κάθετα και κάθε φορά που ρίχνανε στο φαΐ, τραβούσανε μια γραμμή στο επίπεδο που βρισκόταν το λάδι. Έτσι δεν μπορούσες να τους κλέψεις.

Το μαγαζί τώρα, πουλώντας φαγητά από μήλα, κάστανα, κυδώνια, ραδίκια και λαχανίδες, δεν μπορούσε να βγει στα έξοδα και με προσωπικό 60 ατόμων που οι περισσότεροι ήταν δεκαετίες εκεί, αναγκαστήκανε να βάλουν συσσίτια στο μαγαζί, ένα των δασκάλων και ένα των Ελληνοαμερικανών που τους έκλεισε εδώ ο πόλεμος. Τα τρόφιμα έρχονταν μέσω Ερυθρού Σταυρού. Βάλανε λοιπόν στην κουζίνα κάτι μεγάλα καζάνια που μαγείρευαν τα συσσίτια και κάθε πρωί από τις 11 η ώρα, έβλεπες δύο ουρές: μία από την είσοδο της οδού Πανεπιστημίου και η άλλη από την Ομόνοια, με κατσαρολάκια στο χέρι. Εγώ πήρα πάλι προαγωγή, ως συνήθως, βγήκα στη σάλα ως βοηθός σερβιτόρου. Οι σερβιτόροι αλλά και οι βοηθοί, άμα τα κατάφερναν και εύρισκαν κάνα καρβέλι ψωμί στη μαύρη αγορά, το έκοβαν φέτες και το πουλούσαν στους πελάτες ακριβά. Εγώ δεν εύρισκα στη μαύρη αγορά, αλλά είχα μια άλλη πηγή, ένας νεαρός πελάτης που ερχόταν εκεί ήταν υπάλληλος στο Υπουργείο Εφοδιασμού, υπήρχε και τέτοιο υπουργείο τότε, εκεί φαίνεται βγάζανε και τα δελτία ψωμιού κι έτσι μου είχε δώσει καμιά δεκαριά δελτία από διάφορους φούρνους που πήγαινα και έπαιρνα το ψωμί και το πούλαγα κι εγώ στους πελάτες με τον ίδιο τρόπο που έκαναν και οι άλλοι, μοιράζοντας το κέρδος στα δύο με το νεαρό, δε λέω το όνομά του γιατί έγινε γνωστός σαν Γραμματέας Υπουργείου αργότερα καθώς και Πρόεδρος Εργατοϋπαλληλικής Συνομοσπονδίας. Έτσι λοιπόν πήγαινα στους φούρνους από την οδό Κολοκοτρώνη στου Μπιτσόπουλου, μέχρι τη Μενάνδρου, στου Πετσόπουλου στη Ζήνωνος, στου Παπαδόπουλου, στου Καρούσου, στου ΣΙΚ στη Σταδίου, στο Λαύριο, στη Θεμιστοκλέους και στον Ματσούκα.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ