Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου (1923-2017)

Άρχισε σιγά–σιγά η συνεργασία των συνδέσμων και η κυκλοφορία παράνομου υλικού: κουπόνια του ΕΑΜ, Ριζοσπάστης κλπ τα οποία μου δίνανε κάποιοι μεγαλύτεροι να τα διανείμω κι εγώ σε κάποιους στο μαγαζί αλλά κι έξω, στο περίπτερο του Φώτη που κι αυτός έδινε σε έμπιστους, πήγαινα και στο καφενείο «Παρθενών» στην Αιόλου. Φυσικά όλοι μαζεύανε κάποια ποσά που τα συγκεντρώναμε και τα στέλναμε στον προορισμό τους. Σ’ εμάς το υλικό το έφερνε ένας από το εστιατόριο «Ελλάς», ο Γιάννης ο Π. ο οποίος ήταν ριψοκίνδυνος μέχρι τρέλας. Ερχότανε στην «Ήβη» το πρωί, πάνω στην αγγαρεία όπως το λέγαμε, ενώ καθόμασταν στα μαρμάρινα τραπέζια και καθαρίζαμε διάφορα, από φακές μέχρι ρύζι, ο Θεός να το κάνει ρύζι, ήταν ντόπιο από την Καλαμάτα λέγανε και ήτανε περισσότερο κανναβούρι παρά ρύζι, όπως λέω και παραπάνω, δεν είχανε τον τρόπο να το καθαρίζουν τότε. Εκεί λοιπόν πάνω στα τραπέζια, ο Γιάννης ακούμπαγε κάτι κουτιά από λαμπτήρες OSRAM που είχανε μέσα χειροβομβίδες κι έβγαζε και κάνα πιστόλι και το έβαζε κι αυτό επάνω. Απέξω περνάγανε Γερμανοί και Ιταλοί, έτσι να κοιτάζανε από το τζάμι, θα το βλέπανε.

Αυτός ήταν ο Γιάννης ο Π. και είχε κάνει έτσι κι ένα αδερφάκι που είχε, 13 χρονών που όλο μου κόλλαγε να λάβουμε μέρος σε μάχη. «Με τι ρε Λάμπρο;» του έλεγα «με σφεντόνες;», «τι σε νοιάζει εσένα;» μου λέει, «θα φέρω εγώ όπλα». Προφανώς ήξερε που βάζει ο αδελφός του τα όπλα και θα έπαιρνε απ’ αυτά. Του είπα «εμείς δεν μπορούμε ν’ αποφασίσουμε κάτι τέτοιο, το είπες στον αδελφό σου;», «άμα τα λέμε όλα στους δικούς μας δεν κάνουμε τίποτα» μου λέει. «Τότε», του λέω, «δεν μπορούμε μόνοι μας να παίρνουμε αποφάσεις». Η κατάληξη του Λάμπρου ήταν να τον βρούνε ένα πρωί στην οδό Αχαρνών σκοτωμένο από σφαίρες και είχα κάποιες τύψεις μετά που δεν είχα πει τίποτε στον αδελφό του για τα σχέδιά του, ίσως τον γλίτωνα. Όσο για τον αδερφό του, αυτός είχε “χειρότερο” τέλος μετά το κίνημα του ’44 και την παράδοση των όπλων του ΕΑΜ, τον κατηγορήσανε όπως είπανε για 99 (ακρίβεια ε;) φόνους και τον εκτελέσανε. Τώρα αυτό το 99 μου θυμίζει τους μανάβηδες που βάζουν 99 λεπτά τις ντομάτες, δεν το κάνουν 100, γιατί τόση τσιγκουνιά;

Ας αλλάξω κεφάλαιο κι ας πάω στα πολιτιστικά. Στην Πάτρα δεν είχα πάει ούτε στον κινηματογράφο, ούτε στο θέατρο, μόνο στον Καραγκιόζη. Τώρα που ήμουν ανεξάρτητος, δεν άφησα θέαμα για θέαμα, από την «Όαση» με τον Οικονομίδη και τα «Πεύκα» με τον Αρία στο Ζάππειο, μέχρι το «Αλκαζάρ» του Λάσκου στο Σταθμό Πελοποννήσου και τα θέατρα «Μοντιάλ» με Αυλωνίτη, Βέμπο κλπ και το «Πάνθεον» με τους Μαυρέα, Κοκκίνη, Μακρή, όπως τους έγραφε η ταμπέλα ΡΕΞ με Λογοθετίδη κλπ. Ακόμα και όλους του παλαιστικούς αγώνες παρακολουθούσα στο Περοκέ με τους Καμπαφλή, Λαμπράκη, Καρπόζηλο κ.α.

Εν τω μεταξύ είχα πιάσει φιλία με έναν συνάδελφο τρελοκερκυραίο, το Σπύρο τον Α. από “τσου Περουλάδες” όπως το έλεγε, «του Σταματίου και της Κωνσταντίνης», συμπλήρωνε τα στοιχεία του, χωρίς να του το ζητάει κανένας, ο οποίος ήτανε πάντα ανήσυχος, όλο κάτι ήθελε να κάνει, αλλά ήθελε κι εμένα μαζί. Έτσι μια μέρα μου λέει «πάμε ρε να γραφτούμε στο ωδείο να μάθουμε μουσική και να καλλιεργήσουμε και τη φωνή μας». «Και τι είναι ρε» του λέω «η φωνή μας να την καλλιεργήσουμε, περιβόλι;». Μου εξήγησε κάπως και όσο κατάλαβα- κατάλαβα. Πήγαμε στο ωδείο «Ελληνικό», στην οδό Φειδίου, γραφτήκαμε, δεν ήτανε πολλά τα λεφτά, ούτε η εγγραφή ούτε τα μηνιαία δίδακτρα. Τέλος πάντων μας βάλανε εκεί σε κάποια τάξη αρχαρίων και προσπαθούσανε να μας δώσουνε να καταλάβουμε τι είναι οι νότες και πως διαιρούνται σε 64 κομμάτια, σε χρόνο δηλαδή και τα σημεία αλλοιώσεως, δίεση, ύφεση, αναίρεση που αυξάνουν, μειώνουν ή επαναφέρουν τον τόνο κλπ. Μας στείλανε και στη στοά Ορφέως, στου Γαϊτάνου και πήραμε σολφέζ, ένα βιβλίο μουσικής δηλαδή, δύσκολα να τα καταλάβουμε εμείς αυτά, εγώ ήμουν ακόμα στο παλιό στάδιο που άλλο διάβαζα κι άλλο καταλάβαινα. Όπως ένα τραγούδι που είχα ακούσει εκείνες τις μέρες που άλλα έλεγε κι αλλού το πήγα. Ήταν το “όταν παίζεις Βερόνικα τη φυσαρμόνικα με ναζιάρες ματιές που είναι όλο ψευτιές” κλπ, εγώ το Βερόνικα δεν ήξερα ότι είναι όνομα, νόμισα πως ήταν τρόπος έκφρασης δηλαδή, ξέρω γω ναζιάρικα, τσαχπίνικα, κάτι τέτοιο, έπειτα από χρόνια κατάλαβα ότι κι αυτό ήταν λάθος. Πήγαμε λοιπόν να μας δοκιμάσουν και στη φωνητική, εκεί ήτανε για να ‘τανε, ήμασταν τόσο φάλτσοι που μόνο με καραμπίνα μπορούσες να πετύχεις σωστή νότα. Αργότερα ο καθηγητής ο Καρυστινός που μας άκουσε, μας αποκάλεσε στους άλλους προχωρημένους μαθητές που ήτανε στον ίδιο χώρο κάνοντας χιούμορ, το Σπύρο “τενιόρνιο” και για μένα που ήμουν και καλά βαρύτονος, “βαρύτετον” και βέβαια ακολούθησαν γέλια. Τέλος πάντων αρχίσαμε και κάναμε κι εμείς τα «εξερσίζ» τα λεγόμενα για να βελτιωθούμε κάπως, αλλά μάταια.

Έλα όμως που εκεί είχαμε γνωριστεί τώρα με παρέες, είχαμε πιάσει φίλους, πηγαίναμε εκδρομές. Δηλαδή τι εκδρομές, 10 χιλιόμετρα περίπου, στην Φραγκοκλησιά (Βριλήσσια σήμερα), στον Κόκκινο Μύλο, στο Πέραμα με το τραίνο που λειτουργούσε τότε. Στα άλλα βέβαια πηγαίναμε με κανένα γκαζοζέν φορτηγό (στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου υπήρχε λέβητας που έκαιγε ξύλα) και καμιά φορά γυρίζαμε με τα πόδια σιγά – σιγά τραγουδώντας με κιθάρες και ακορντεόν, όπως τότε από τον Κόκκινο Μύλο που πήγαμε το πρωί με ένα φορτηγό αλλά δεν μπορούσε να μας πάρει και το βράδυ όπως είπανε οι οργανωτές, κάτσαμε λοιπόν κάτω από τα πεύκα που τότε θύμιζαν ζούγκλα, φάγαμε τους ρεβυθοκεφτέδες μας, τις ελιές μας, το ψωμάκι του δελτίου μας, είχαμε πάρει και κρασί, χορέψαμε και μετά το μεσημέρι ξεκινήσαμε on foot, που λένε τώρα στα ελληνικά, βγήκαμε στη λεωφόρο Δεκελείας, στη Φιλαδέλφεια και κατηφορίσαμε για Πατήσια. Όμως δεν ήτανε και τόσο αθώα η εκδρομή, ήταν οργανωμένη από την Αντίσταση και είχαμε μαζί μας κουτιά με μπογιά και πινέλα με τα οποία κάποιοι γράφανε στους τοίχους και οι υπόλοιποι τους καλύπταμε τραγουδώντας ή κάνοντας διάφορα μπιζ και τέτοια παίζοντας βέβαια και τα όργανα. Όταν βλέπαμε πως δεν υπάρχουν στον ορίζοντα Γερμανός, Ιταλός ή Αστυνομικός, προχωρούσαμε αφήνοντας μια ομάδα να καλύπτει τον γραμμένο τοίχο ως που να απομακρυνθούμε οι άλλοι κάνοντας διάφορους ελιγμούς, πηγαίνοντας στην Δροσοπούλου ή μετά στην Γ’ Σεπτεμβρίου, Αριστοτέλους κλπ. Όλοι μας ήμασταν από την περιοχή Βάθης-Μεταξουργείου. Ένα σούρουπο είχαμε φτάσει μέχρι το Πεδίο του Άρεως, εκεί που είχανε μια λιμνούλα που δεν είχε νερό και τη γράψαμε όλη γύρω – γύρω στα τοιχώματα με συνθήματα, τα γνωστά, «λευτεριά», «έξω ο φασισμός», «έξω οι Ούνοι» ακολουθούμενα κι από σφυροδρέπανα ΕΑΜ κλπ. Έτσι λοιπόν περνούσαμε στο ωδείο και μάλιστα στο τέλος της χρονιάς δώσαμε εξετάσεις και ο Αντίοχος Ευαγγελάτος που ήταν επικεφαλής της επιτροπής, πρότεινε και μας πέρασαν στην επόμενη τάξη. Γιατί το έκανε, μυστήριο, ίσως ήθελε να εκδικηθεί κανένα καθηγητή μ’ αυτόν τον τρόπο.

Αυτά εν ολίγοις για το ωδείο, πριν από αυτό, είχαμε πάει στο χοροδιδασκαλείο: όπως κατεβαίναμε μια μέρα με το Σπύρο τη Χαρ.Τρικούπη, εκεί στον αριθμό 4, στο υπόγειο, λειτουργούσε η σχολή χορού του Μπούμπα, μου λέει ο Σπύρος, «ξέρεις χορό;», «όχι» του λέω, «τι λές, ερχόμαστε να μάθουμε;», «και δεν ερχόμαστε;». Κατεβήκαμε μερικά σκαλοπάτια για να ρωτήσουμε, ήτανε εκεί ένα πλατύσκαλο με ένα γραφειάκι που καθόταν μια κοπέλα. Εκείνη την ώρα ήρθε από κάτω ο ίδιος ο Μπούμπας και μας ρώτησε που δουλεύουμε και όταν του είπαμε στην ΗΒΗ, λέει «εσείς εκεί, βρίσκετε ψωμί;» «ε, κάτι γίνεται στη μαύρη αγορά» του απαντήσαμε. Ε, λοιπόν αν σας πω ότι η εγγραφή αλλά και τα δίδακτρα ήτανε στο μισό σε χρήμα από ένα καρβέλι ψωμί, θα με περάσετε για μυθομανή, ας είναι. Τέλος πάντων, πήγαμε και στη σχολή χορού, μας περιλάβανε εκεί κάτι κοπέλες να μας μάθουν ταγκό, βαλς, φοξ αγγλέ, σλόου και γινόταν και λόγος για σουίγκ. Καλό ήτανε το μάθημα με τις κοπέλες, μάλιστα αυτή που με είχε αναλάβει εμένα, παραήτανε καλή, αφού θέλησε να μου κάνει μάθημα και σε άλλο τομέα. Να μην τα πολυλογώ, καλά πήγε το μάθημα και επαναλήφθηκε κάμποσες φορές μέχρι που κάποια μέρα δεν ήρθε στη δουλειά η κοπέλα, ρώτησα αλλά δεν ξέρανε, μετά από χρόνια την είδα σ’ ένα φούρνο στη Ζήνωνος, στην αρχή έκανε πως δεν με γνώρισε αλλά μετά που φώναξα το όνομά της δεν μπόρεσε να το αποφύγει. Δικαιολογημένα κράτησε αυτή την στάση, ήταν παντρεμένη με παιδί, χαιρετηθήκαμε χωρίς ν’ αναφέρουμε τίποτε από τα παλιά.

Μια άλλη δραστηριότητα που ξεκινήσαμε ήτανε τα Αγγλικά. Ο Σπύρος όπως σας είπα έπιανε γνωριμίες στο λεπτό. Έτσι έπιασε κουβέντα σε μια κοπέλα από τις Ελληνοαμερικανίδες που δούλευε εκεί στην ΗΒΗ σαν Γραμματέας και έκοβε τα κουπόνια μαζί με τη μαμά της και τις ρώτησε αν μπορούν να μας κάνουν μαθήματα αγγλικών. Τρελό φαίνεται κι όμως έγινε. Η μάνα που είχε κι άλλη μια κόρη στην ηλικία μου περίπου, «καλό θα ήτανε» είπε, «έτσι θα πλουτίσουν τα ελληνικά τους και τα κορίτσια». Και με λίγα λόγια πηγαίναμε στο σπίτι τους στο Κολωνάκι, οδός Σπευσίππου σε ένα πλουσιόσπιτο, αφού προηγουμένως μας έστειλε σε κάποιο βιβλιοπωλείο στην Ακαδημίας να αγοράσουμε ένα βιβλίο, step by step ήτανε ο τίτλος του και όπως είδαμε μετά, ήτανε παιδικό. Έτσι πίστευε η Κλειώ, έτσι λέγανε τη μια κοπέλα, ότι πρέπει ν’ αρχίσουμε. Έτσι κι έγινε, είχε μέσα εικόνες με διάφορα αντικείμενα και ποιηματάκια. Εγώ καλά τα πήγαινα γιατί είχα κάποιες γνώσεις από το βιβλίο από την Πάτρα, ο Σπύρος όμως ήτανε σκράπας, δεν έδειχνε και ενδιαφέρον, αυτός περισσότερο ερχότανε για χαβαλέ και προσπαθούσε να γοητεύσει τις κοπέλες, όχι πως κι εγώ ήμουν ασυγκίνητος από την Κλειώ, αλλά δεν το έδειχνα. Δεν κάτσαμε και πολύ εκεί, κάτι μήνες, η μάνα τους μας πήρε χαμπάρι πως εκτός από το μάθημα, αποσκοπούσαμε και σε άλλα πράματα και με ευγένεια μας λέει, «τώρα μπορείτε να συνεχίσετε κάπου αλλού γιατί η Κλειώ θα συνεχίσει τα μαθήματά της στην Ελληνική φιλολογία και δεν θα έχει χρόνο». Έτσι μας ξαπόστειλε που λένε, κρίμα γιατί ήτανε καλά εκεί και δωρεάν. Σταματήσαμε λοιπόν τα Αγγλικά και περιοριστήκαμε στο ωδείο και καμιά φορά πηγαίναμε και στη σχολή χορού, όχι πως κι εκεί κάναμε σπουδαία πράματα αλλά έτσι για το χαβαλέ.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ