Απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του Χαράλαμπου Π. Αναγνωστόπουλου

…Βελημάχι Αρκαδίας, προς το τέλος της δεκαετίας 1920-1930

…Η μάνα μου εμένα δε με έδερνε ποτέ ενώ η μεγαλύτερη αδερφή μου η Νίτσα τις «άρπαζε» καμιά φορά γιατί έκανε διάφορες πονηριές: μια μέρα την έστειλε η μάνα μας στο μπακάλη να αγοράσει λάδι δίνοντάς της το μπουκάλι, δύο δραχμές και μερικά αυγά που τα υπολόγιζαν και αυτά σαν λεφτά. Αυτή η πονηρή δεν έδωσε και τις δύο δραχμές στο μπακάλη, τη μία την κράτησε για τον εαυτό της. Δεν την κράτησε πάνω της αλλά πήγε και την έκρυψε κάτω από μια πέτρα. Το λάδι βέβαια που έφερε από το μπακάλη ήταν λιγότερο από όσο περίμενε η μάνα μας αλλά δε φαντάστηκε και κείνη ότι τη λαδιά την είχε κάνει η Νίτσα. Όταν όμως εκείνη πήγε να σηκώσει την πέτρα για να πάρει τη δραχμή βρήκε αέρα κοπανιστό. Κάποιος φαίνεται την είχε δει να την κρύβει και της την πήρε. Βέβαια αυτά μας τα είπε όταν μεγάλωσε, τότε τσιμουδιά.

Μιαν άλλη φορά, όταν είμασταν πολύ μικρά, η μάνα μας με τον αδερφό της το θείο Μήτσο, μας έβαλαν πάνω στο γαϊδούρι για να πάμε στο χωράφι να θερίσουν. Το μας έβαλαν, μια κουβέντα είναι, μας έδεσαν πάνω στο σαμάρι για να μην πέσουμε. Μας άφησαν κάτω από ένα δένδρο κι εμείς αφού ήπιαμε γάλα από μια τσανάκα, αποκοιμηθήκαμε. Σε λίγο μας επισκέφθηκε ένα δηλητηριώδες φίδι για να πιεί το γάλα που είχε απομείνει. Ο θείος Μήτσος που είδε τη σκηνή, δεν ήξερε πώς να το διώξει χωρίς να προκαλέσει μεγαλύτερο κακό. Τελικά το φίδι, αφού ήπιε και χόρτασε, μας ευχαρίστησε και έφυγε. Ο θείος πέταξε κάπου παράμερα την τσανάκα, χωρίς να δώσει παραπάνω σημασία. Ο σκύλος μας αργότερα, έγλυψε την τσανάκα που προφανώς είχε αρκετά μεγάλη δόση δηλητηρίου ώστε αποχαιρέτησε αυτό τον κόσμο.

Αυτά γίνονταν στη μικροπαιδική μου ηλικία, όταν ξαφνικά κάποιοι καλοθελητές βαλθήκανε να παντρέψουνε τη μάνα μου για τρίτη φορά αφού είχε χηρέψει και από τον δεύτερο άντρα της, τον πατέρα μου. Από δω την είχαν, από κεί την είχαν, δεν αργήσανε να την καταφέρουν να παντρευτεί το Γιάννη το Ροκανά, γνωστό ως Φιλιπόγιαννη στη Σούδελη. Η Σούδελη ήταν μεγάλη συνοικία του Βελημαχίου: είχε πάνω από 30 φούρνους και ισάριθμα τυροκομεία και οινοποιεία μια και ο καθένας στο σπίτι του έφτιαχνε ψωμί, τυρί και κρασί μόνος του. Επίσης είχε και σχολείο όπου συνέχισα τις σπουδές μου ως την Τετάρτη Δημοτικού ώσπου με σταμάτησε ο πατριός μου: «Αρκετά έμαθες» μου λέει «Δε θα κόψεις το ψωμί του Δελμούζου και του Παπανούτσου. Εσύ θα κάνεις καριέρα σα ζωοτρόφος τώρα». Κι έτσι με έστειλε να φυλάω καμμιά τριανταριά χαζοπροβατίνες που είχε. Και λέω χαζοπροβατίνες γιατί στη βοσκή, η μία πήγαινε στην ανατολή και η άλλη στη δύση. Έτσι, όλο και κάποια έλειπε στο μάζεμα, άντε τώρα να γυρίσεις πίσω να τη βρείς. Το αποτέλεσμα ήταν να δοκιμάσω στο μάγουλό μου τη χερούκλα του πατριού μου, και τι χερούκλα, μια οκά καλαμπόκι μονοχουφτιά. Τα μεγαλύτερά μου αδέρφια, από τον πρώτο γάμο της μητέρας μου είχαν φύγει, άλλα στην Πάτρα και άλλα στην Αθήνα. Ε, ώρα ήταν να την κοπανήσω και γω.

Πάτρα 1935, ετών 12

Κάποια μέρα ετοιμάστηκα να φύγω για την Πάτρα μαζί με κάποιες συγχωριανές που θα πήγαιναν εκεί να δουν τα παιδιά τους. Έπρεπε να πάμε στον Αϊ-Βλάση για να πάρουμε το λεωφορείο για την Πάτρα, ένα χωριό που ήτανε 5-6 ώρες ποδαρόδρομο μακριά από το Βελημάχι και έπρεπε να περάσεις από τα βουνά και τα λαγκάδια του Ερύμανθου για να φτάσεις εκεί. Επειδή δεν είχα παπούτσια, η αδερφή μου η Νίτσα βρήκε τη λύση και μου έδωσε ένα ζευγάρι δικά της που μου ήτανε μεγάλα και είχαν και 2-3 πόντους τακούνι! Αλλά κι εγώ όταν είδα ότι δεν μπορούσα να περπατήσω με αυτά, τα έβγαλα και τα κρατούσα στα χέρια σαν τρόπαιο αρχαίου πολεμιστή και περπατούσα σαλτάροντας από πέτρα σε πέτρα, ξεπερνώντας τους μεγάλους που φορούσανε παπούτσια και μου φωνάζανε «μην τρέχεις Μπίκο»-έτσι με έλεγαν στο χωριό, το υποκοριστικό του Χαραλαμπίκο-«θα προλάβουμε, έχουμε καιρό».

Τέλος πάντων φθάσαμε στον Αϊ-Βλάση, βλέπω το λεωφορείο και αρχίζω να το περιεργάζομαι. Σταμάτησα στα φανάρια του που τότε δεν ήταν ενσωματωμένα αλλά εξείχαν και γω έβγαλα το συμπέρασμα ότι ήταν τα μάτια του-τι κοφτερό μυαλό! Η μεγάλη όμως λαχτάρα που πήρα ήταν όταν ξεκίνησε-με είχαν βάλει να κάτσω πάνω σε ένα μπόγο με ρούχα γιατί δεν υπήρχε θέση για μένα-και βλέπω να τρέχουνε τα δένδρα και τα σπίτια προς τα πίσω σα δαιμονισμένα. Δε μπορούσα να καταλάβω τι γίνεται, κοίταζα μια δεξιά, μια αριστερά, τους άλλους τους έβλεπα ήρεμους, δεν έτρεχε τίποτα γι αυτούς. «Μη φοβάσαι» με καθησύχασε μια γυναίκα που κατάλαβε την αγωνία μου, όμως εγώ εκτός από το φόβο, ένιωθα ότι μου είχε ανακατέψει τα μέσα μου αυτό το παλιόπραμα και δεν έβλεπα την ώρα πότε θα τελειώσει το μαρτύριο, να ανασάνω.

Κάποια στιγμή φθάσαμε επιτέλους στην Πάτρα και μου φάνηκε ότι αναστήθηκα μετά από όλη αυτή την ταλαιπωρία. Την άλλη μέρα κατηφορήσαμε την οδό Καλαβρύτων με τη συγχωριανή που είχε αναλάβει να με παραδώσει στη θεία μου που έμενε εκεί. Η οδός αυτή είχε ασφαλτοστρωθεί πρόσφατα και μάλλον ήταν ο μοναδικός δρόμος της Πάτρας με άσφαλτο. Έτσι που τον είδα μαύρο και σκληρό , δεν άργησα με το σατανικό μυαλό μου να βγάλω το συμπέρασμα ότι αυτός θα είναι ο σιδηρόδρομος, το λέει και η λέξη άλλωστε. Όμως δεν έβλεπα κανένα τραίνο να περνάει, είχα ακούσει ότι το τραίνο είναι μακρύ, πολύ μακρύ, άρα δεν είναι σιδηρόδρομος η οδός Καλαβρύτων. Αλλά δεν το έβαζα κάτω. Μια μέρα που κοίταζα προς τη θάλασσα βλέπω από μακριά ένα μακρύ πράγμα να περνάει σιγά-σιγά από το άνοιγμα του δρόμου, κανένα δεξαμενόπλοιο ίσως και τότε άρπαξα την ευκαιρία και έβγαλα το συμπέρασμα ότι αυτό είναι το τραίνο αφού είναι μακρύ. Άδικο είχα;

Πήγαμε στη θεία, καλή γυναίκα, με φρόντισε, μου πήρε ρούχα-ντρίλλινα βέβαια που ήταν τότε της μόδας για μας-με φιλοξένησε μερικές μέρες και μετά με πήγε σε ένα καφενείο (στη συμβολή των οδών Τριών Ναυάρχων και Κανακάρη) που είχε μιλήσει για μένα. Με λίγα λόγια διορίστηκα εκεί επί του «εξωτερικού εμπορίου καφέδων» με ένα δίσκο κρεμαστό και με πήγαν να γνωρίσω τους πελάτες που ήταν σε μεγάλες αποστάσεις. Ένα καπνεργοστάσιο του Μιχαλακόπουλου με τη μάρκα σιγαρέτων Σπέσιαλ και σε ένα εργοστάσιο ξυλείας του Καραβάντη. Για καμμιά βδομάδα πήγαινα μαζί με το γιό του αφεντικού στους πελάτες για να μαθαίνω. Τί να πρωτομάθω. Οι καφέδες μόνο με είχαν ζαλίσει: σκέτος, βαρύς, σκέτος βραστός ελαφρύς, βαρύ γλυκός, πολύ βαρύ γλυκός, μέτριος βαρύς, βαρύς με ολίγη, ολίγον μέτριος βαρύς, βαρύς και όχι… Και αυτά ισχύουν και για το γλυκύ βραστό και τον ελαφρύ. Με ένα καλό σεμινάριο τα έμαθα όλα αυτά και άρχισα μόνος μου πλέον, να πηγαίνω τους καφέδες στα εργοστάσια. Όμως αργούσα να γυρίσω γιατί καθόμουν και χάζευα τα μηχανήματα, έβλεπα κάποια απ αυτά να μοιάζουν σα λαιμητόμοι που ανέβαιναν και κατέβαιναν κόβοντας τον καπνό, άλλα έβγαζαν τσιγάρα κατά χιλιάδες και γυναίκες πολλές να τα βάζουν στα πακέτα, να κολλάνε και την ταινία του ΔΟΕ (Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος) που μας είχε επιβάλλει η Αγγλία για τα δάνεια που της χρωστούσαμε.

Αυτά βέβαια τα έμαθα αργότερα, τότε ζούσα σε μία ζούγκλα, είχα ξεχάσει ποιός είμαι, τη μάνα μου, τα αδέρφια μου, όλα και προσπαθούσα να προσαρμοστώ και γω μαζί με τους άλλους και προπάντων με τα παιδιά της ηλικίας μου που έβλεπα να παίζουν έξω στο δρόμο με ένα τόπι, κλωτσώντας το από πόδι σε πόδι. Δεν έβγαζα νόημα τι κάνανε με αυτό, εμείς στο χωριό είχαμε ένα τόπι φτιαγμένο από κουρέλια και παίζαμε ως εξής: έπαιρνε ένας θέση στον τοίχο, ο άλλος με το τόπι βρισκόταν σε απόσταση 6-7 μέτρων και το πέταγε με δύναμη για να τον πετύχει κάνοντας διάφορες παραπλανητικές κινήσεις ενώ ο άλλος προσπαθούσε να το αποφύγει πηγαίνοντας δεξιά-αριστερά. Αυτό που παίζανε στην Πάτρα ήταν ποδόσφαιρο και γώ ούτε τη λέξη δεν είχα ακούσει. Στο χώρο που έπαιζαν τα παιδιά, έβλεπα στον τοίχο κάτι ζωγραφισμένα σφυροδρέπανα και προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι, νόμιζα ότι αποτελούν μέρος του παιχνιδιού και ότι τα φτιάχνουν τα παιδιά. Εγώ δεν είχα χρόνο να παίξω μαζί τους, είχα σχεδόν ενσωματωθεί στον κρεμαστό δίσκο που από το βάρος του και την απόσταση, μακρύνανε τα χέρια μου και κόντεψα να γίνω σαν τον άνθρωπο του Δαρβίνου.

Είχα γίνει όμως εξπέρ στο δίσκο: όταν είχα λίγους καφέδες και νερά μέσα, τον κούναγα μπρος-πίσω και τον γύριζα ανάποδα με ταχύτητα χωρίς να χυθεί τίποτα, αυτή ήταν η διασκέδασή μου. Έκανα και δουλειές μέσα στο μαγαζί: σκούπιζα, ξεσκόνιζα, σερβίριζα. Γνώρισα τους πελάτες και μου δίνανε πουρμπουάρ κανένα πενηνταράκι που το εξαργύρωνα στο περίπτερο σε μπισκότα, σοκολάτες κλπ.

Η περιέργειά μου για τα πάντα δεν ικανοποιείτο με τίποτα, από το γκάζι που είχαμε μέχρι το ηλεκτρικό, τι ήταν κι αυτό, να γυρίζεις ένα κουμπί στον τοίχο και να ανάβει ο λαμπτήρας στο ταβάνι! Ο γιός του αφεντικού μου εξήγησε ότι άμα ακουμπήσεις το ρεύμα, σε τινάζει. Κάποτε μου είπε και έβαλα το δάκτυλό μου στο ντουί και πράγματι με τίναξε αλλά όχι πολύ, δεν ξέρω τι ισχύος ήτανε τότε το ρεύμα στην Πάτρα. Αλλά ο έξυπνος όταν έμαθα ότι το ρεύμα μεταφέρεται με τα σύρματα που στηρίζονται στη γωνία του μαγαζιού, 50 με 60 πόντους κάτω από την ταράτσα, ήθελα να βάλω το χέρι μου να δώ τι θα γίνει. Επειδή όμως δεν το έφθανα, ξάπλωσα μπρούμυτα, τεντώθηκα και το ακούμπησα. Με τίναξε και φοβήθηκα, δε συνέχισα γιατί είχα σκοπό να το χουφτώσω και τότε η Ελλάδα θα έχανε το μεγαλύτερο συγγραφέα της.

Όπως άκουγα τους μεγάλους να μιλάνε για διάφορα γεγονότα, άκουσα έναν να λέει για μένα «είναι σαν αυτά τα παιδιά που μαζεύει ο Μπόρμαν (ο υπαρχηγός του Χίτλερ) για να φτιάξει την άρια φυλή». Το είπε ίσως επειδή ήμουν ξανθός, αν υπολόγιζε όμως και το μπόι που μου έλειπε μάλλον θα την έκανε από κούπες ο Μπόρμαν. Ένα βράδυ παρατήρησα ότι μέσα στο μαγαζί είχαν μείνει τρείς Γιάννηδες, τρείς Κώστηδες και τρείς Μπάμπηδες μαζί με την αφεντιά μου και όταν τους το είπα, πήρα τα μπράβο από όλους για την παρατηρητικότητά μου. Αισθάνθηκα δέκα πόντους ψηλότερος μετά από αυτό.

Σ΄αυτό το μαγαζί δεν έμεινα πολύ γιατί πουλήθηκε σε άλλον που θα το δούλευε με τα παιδιά του. Με τη φροντίδα της θείας, βρήκα άλλη δουλειά στη συμβολή των οδών Καλαβρύτων και Αγίου Γεωργίου, κοντά στα Ψηλά Αλώνια. Εκεί και αν ήταν ενδιαφέρουσα η θέση μου: ξυπνούσα στις 4.30 τη νύχτα γιατί στις 5 έπρεπε να πηγαίνω καφέδες σε κάποιους φούρνους που βρίσκονταν σε μακρινές αποστάσεις καθώς και στην Πυροσβεστική που ήταν και αυτή στην ακτίνα δράσης μου με μικρή διακοπή το μεσημέρι που πήγαινα σπίτι για φαγητό και καμιά ώρα ύπνο. Όταν λέω σπίτι, εννοώ το σπίτι του αφεντικού γιατί έμενα εκεί με την οικογένειά του: τη γυναίκα του, τις τρείς κόρες του, την κουνιάδα του και τον κουνιάδο του. Μετά γύριζα στο μαγαζί για να φύγει το αφεντικό ο οποίος γύριζε μετά από τρείς ώρες. Επειδή δεν είχε δουλειά τις μεσημεριανές ώρες, έπαιρνα το «Νεολόγο» ή τον «Ταχυδρόμο», εφημερίδες της Πάτρας, μαζί με τον «Τηλέγραφο» και διάβαζα μέχρι να αρχίσω να κουτουλάω από τη νύστα. Προσπαθούσα να καταλάβω τα συνταρακτικά γεγονότα της εποχής: ο Κονδύλης είχε κάνει ένα δημοψήφισμα-παρωδία και έφερε το βασιλιά Γεώργιο με όλη τη βασιλική οικογένεια και γινότανε μεγάλο νταβαντούρι σε όλη την Ελλάδα. Οι οπαδοί του διαδηλώνανε για τον ερχομό του τραγουδώντας «του αϊτού ο γιός» ή «ελιά, ελιά και Γιώργο βασιλιά» κλπ. Παράλληλα όμως οι εφημερίδες έγραφαν και για τις διαδηλώσεις που γίνονταν στην Αθήνα από τους φοιτητές που μάλλον ήταν αντίθετοι στην εξέλιξη των γεγονότων. Τώρα τί ήταν αυτοί οι «φοιτηταί» όπως το γράφανε τότε οι εφημερίδες, εδώ κι αν οργίασε η φαντασία μου: σκέφθηκα ότι είναι «φυτευταί» στα περιβόλια ή στα πάρκα. Ντρεπόμουν να ρωτήσω. Όπως και στο καφεκοπτείο που έγραφε «Καφές Βραζιλίας» νόμιζα ότι εννοεί καφές που βράζει εύκολα γιατί δεν είχα ακούσει ποτέ για τη Βραζιλία…