Μια από τις ηρωικότερες μορφές του Ιερού Αγώνα υπήρξε αναντίρρητα ο Παπαφλέσσας, ο θρυλικός ρασοφόρος πολέμαρχος.

Γεννήθηκε το 1788 στην Πολιανή, ένα μικρό χωριό 27 χιλιόμετρα έξω από την Καλαμάτα. Ο πατέρας του Δημήτρης Δικαίος, είχε αποκτήσει από δύο γάμους, είκοσι οκτώ παιδιά. Το μικρότερο, από τον δεύτερο γάμο του, ήταν ο Γιώργης, που το ιερατικό του σχήμα τον έκανε γνωστό με την προσωνυμία «Παπαφλέσσας». Ο μικρός Γιώργης έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του από κάποιον καλόγερο. Αργότερα σπούδασε στη φημισμένη σχολή της Δημητσάνας. Από φυσικού του ήταν ορμητικός και φιλοπόλεμος, ποτέ του δεν ένοιωσε φόβο, και αντιμετώπιζε τον κίνδυνο με μεγάλη ψυχραιμία. Ενώ λοιπόν είχε προσόντα πολεμιστή, ο πατέρας του τον προόριζε για κληρικό και γι αυτό, σε ηλικία δεκαεννέα χρόνων, τον έστειλε καλογεροπαίδι στο μοναστήρι της Βελανιδιάς, δύο ώρες έξω από την Καλαμάτα. Σύμφωνα με τους μοναχικούς κανόνες, όταν έγινε καλόγερος άλλαξε όνομα. Ετσι από Γιώργης έγινε Γρηγόρης και με το όνομα αυτό πέρασε στην Ιστορία. Η προσωνυμία Φλέσσας του δόθηκε αργότερα, όταν σε κάποια λειτουργία, διαβάζοντας στον Απόστολο την προς Εφεσίους επιστολή, μπερδεύτηκε και είπε προς «Εφλεσίους».

Στα έξι χρόνια που έμεινε στο μοναστήρι, αναστάτωσε τον κόσμο με τις σκανταλιές του. Ο ηγούμενος και οι άλλοι καλόγεροι προσπάθησαν να τον συνεφέρουν. Αφού είδαν πως δεν κατόρθωναν τίποτε, ζήτησαν την επέμβαση του δεσπότη της Μονεμβασιάς, στη δικαιοδοσία του οποίου υπαγόταν το μοναστήρι της Βελανιδιάς. Ο δεσπότης, του έκανε αυστηρές παρατηρήσεις. Ο Γρηγόρης έφυγε από την επισκοπή πολύ θυμωμένος, αλλά δεν ξαναγύρισε στη Βελανιδιά. Πήγε στη Ρεκίτσα, ένα άλλο μοναστήρι, ανάμεσα στη Μεγαλόπολη και τη Λακεδαίμονα, αλλά και εκεί δεν εννοούσε να ηρεμήσει.

Το καλοκαίρι του 1816, τσακώθηκε με έναν ντόπιο αγά, τον Χουσεΐν, που είχε κτηματικές διαφορές με το μοναστήρι. Οταν ο αγάς έστειλε τους υποτακτικούς του για να τοποθετήσουν ορόσημα στα χωράφια που διεκδικούσε, έτρεξε ο Παπαφλέσσας, εξαφάνισε τα σημάδια, έδιωξε τους ανθρώπους του Χουσεΐν και του παράγγειλε να μην ξαναζυγώσει στο μοναστήρι, γιατί θα τον πυροβολήσει.

Την επομένη έφτασε οργισμένος ο Χουσεΐν με τριάντα αρματωμένους Τούρκους. Ο Παπαφλέσσας όμως, είχε στο μεταξύ ειδοποιήσει τον αδελφό του Νικήτα και εκείνος με αρκετούς οπλοφόρους, είχε πιάσει επίκαιρες θέσεις γύρω από το μοναστήρι. Σαν ζύγωσε ο αγάς, πρόβαλε από κάποιο παράθυρο ο Παπαφλέσσας και του φώναξε:

-Χουσεΐν αγά, μη ζυγώσεις πιο κοντά στο μοναστήρι, γιατί θα χτυπηθούμε.

Και ο Χουσεΐν, αντικρύζοντας τις κάννες που πρόβαλαν από τα χαμόκλαδα, έκρινε φρόνιμο να πάρει τους ανθρώπους του και να αποτραβηχτεί. Από τότε όμως, θανάσιμο μίσος δημιουργήθηκε ανάμεσα στον Παπαφλέσσα και τον Χουσεΐν, ο οποίος ζητούσε ευκαιρία να τον εξοντώσει. Και δεν άργησε να βρει την αφορμή. Λίγο καιρό αργότερα τον κατηγόρησε στον πασά της Τριπολιτσάς ως υπαίτιο για τη διάλυση ενός συνοικεσίου. Και ο πασάς τον έστειλε με δώδεκα οπλισμένους καβαλάρηδες να πιάσει τον Παπαφλέσσα και να τον φέρει στην Τριπολιτσά. Οι Τούρκοι τον πολιόρκησαν στο σπίτι του αδελφού του. Εκείνος όμως βγήκε από το παράθυρο και ξέφυγε πηδώντας στη στέγη του διπλανού σπιτιού. Πριν ξεμακρύνει όμως, φώναξε στον αγά:

-Χουσεΐν αγά, φεύγω για την Πόλη. Γρήγορα όμως θα με ξαναδείς εδώ. Αλλά τότε θα είμαι ή δεσπότης ή πασάς.

Φεύγοντας ο Παπαφλέσσας από το Μοριά πέρασε στη Ζάκυνθο. Τότε πρωτογνώρισε τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος από χρόνια ήταν εγκατεστημένος εκεί. Μα δεν τα πήγε καλά μαζί του ούτε τότε, ούτε ποτέ άλλοτε στην κατοπινή ζωή του. Εμεινε για λίγο καιρό στη Ζάκυνθο και ύστερα μπάρκαρε για την Πόλη. Το πλοίο όμως ναυάγησε στις ακτές του Αγίου Ορους κι αναγκάστηκε να μείνει εκεί κάμποσον καιρό, μέχρι που βρήκε ευκαιρία να φύγει για το Φανάρι.

Φτάνοντας εκεί παρουσιάστηκε στον Πατριάρχη, ο οποίος εκτιμώντας τη δραστηριότητα και την εξυπνάδα του, τον έχρισε αρχιμανδρίτη. Μα, ούτε ο εκκλησιαστικός βαθμός, ούτε η εύνοια του πατριάρχη στάθηκαν ικανά να συγκρατήσουν τον ανήσυχο χαρακτήρα του και να τον κάνουν να αφοσιωθεί στις εκκλησιαστικές ασχολίες. Το όνειρό του ήταν πάντα ο ξεσηκωμός του Γένους και η απελευθέρωση των ραγιάδων από τους Τούρκους.

Στην Πόλη γνώρισε τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, ο οποίος τον δέχτηκε στη Φιλική Εταιρεία. Ομως, το ανήσυχο πνεύμα και ο ορμητικός του χαρακτήρας δεν ικανοποιήθηκαν από τις λίγες πληροφορίες, που του έδωσε για την πατριωτική αυτή οργάνωση. Ανυπομονώντας να μάθει ολόκληρη την αλήθεια, μπήκε μια νύχτα στο σπίτι του Αναγνωστόπουλου και, απειλώντας τον με ένα μαχαίρι, τον ανάγκασε να του αποκαλύψει όσα γνώριζε για τη Φιλική Εταιρεία και την επαναστατική κίνηση.

(Συνεχίζεται)