Η Κίνα έχει περάσει πολλές τραγικές καταστροφές. Υπάρχουν όμως λόγοι γι αυτό. Η Κίνα είναι μία από τις κοιτίδες του ανθρώπινου πολιτισμού και είχε πυκνοκατοικημένες περιοχές από πολύ παλιά στην ιστορία της. Χάρη στην πλούσια κουλτούρα της στον γραπτό λόγο, έχουμε στη διάθεσή μας λεπτομερείς καταγραφές που καλύπτουν χιλιάδες χρόνια ιστορίας. Ωστόσο, πολλές από τις χειρότερες καταστροφές της ιστορίας της είναι άγνωστες στη Δύση, ακριβώς γιατί συνέβησαν στη μακρινή Κίνα.

Η επαρχία της Σαανσί στην Κίνα είναι γνωστή κυρίως για την πόλη τής Σιάν, που ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της ενωμένης Κίνας, υπό τον αυτοκράτορα Τσιν Σι Χουάνγκ (259 – 210 π.Χ.), έξω από την οποία βρίσκεται ο διάσημος τάφος του, φρουρούμενος από τον τεράστιο πήλινο στρατό του. Ενας ακόμη λόγος που η πόλη έχει μείνει στην ιστορία είναι ότι αποτελούσε το ανατολικό άκρο του «δρόμου του μεταξιού», ο οποίος συνέδεε την Κίνα με την Εγγύς Ανατολή και την Ευρώπη. Ο δρόμος του μεταξιού ήταν το κύριο κανάλι εμπορίου μεταξύ Ανατολής και Δύσης από την Ελληνιστική περίοδο (332 – 31 π.Χ.) μέχρι την εποχή των Εξερευνήσεων (15ος αιώνας και έπειτα), οπότε η Ευρώπη ανακάλυψε ρότες προς την Ανατολική Ασία, που παρέκαμπταν την Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στην Κίνα, η περιοχή είναι διάσημη για έναν πολύ πιο σκοτεινό λόγο, ως η τοποθεσία του χειρότερου σεισμού στην ιστορία, τόσο σε αριθμό θυμάτων όσο και σε καταστροφικό μένος. Ο σεισμός της Σαανσί το 1556 βρίσκεται στη κορυφή της κλίμακας Ρίχτερ και της Κλίμακας Σεισμικής Ροπής, και επηρέασε μια αχανή έκταση που περιλάμβανε περιοχές από τις δέκα πιο πυκνοκατοικημένες επαρχίες της Κίνας. Το μέγεθος του σεισμού μόνο του δεν αρκεί για να εξηγήσουμε το πλήθος των απωλειών, οι οποίες εκτιμώνται σε 830.000 θύματα. Μεγάλο μέρος της επαρχίας αποτελεί τμήμα του οροπεδίου Χουανγκτού, μιας περιοχής που έχει σχηματισθεί από ιζήματα άμμου και λάσπης, και δεν είναι μόνο εξαιρετικά γόνιμη, αλλά και γεωλογικά ασταθής και επιρρεπής σε διαβρώσεις και κατολισθήσεις.

Είναι πολύ εύκολο να καταλάβουμε ότι ένα τέτοιο έδαφος δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί στιβαρό θεμέλιο για οποιοδήποτε κτήριο. Ακόμα χειρότερα, τα παραδοσιακά σπίτια της περιοχής, τα «γιαοντόνγκ» (σπίτια – σπηλιές), ήταν κατοικίες σκαμμένες στις πλευρές των λόφων ή βυθισμένα στο έδαφος, με υπόγεια δωμάτια χτισμένα γύρω από ένα κεντρικό προαύλιο. Τα γιαοντόνγκ παρέχουν εξαιρετική μόνωση για την καλοκαιρινή ζέστη και το χειμερινό ψύχος, αλλά είναι εξαιρετικά ευάλωτα σε σεισμούς και κατολισθήσεις. Αυτά τα οικήματα, σε μια τόσο ασταθή τεκτονική περιοχή, είναι η συνταγή της απόλυτης καταστροφής. Ο σεισμός στη Σαανσί και οι μετασεισμικές δονήσεις όχι μόνο προκάλεσαν σοβαρές ζημιές ή και κατέστρεψαν ολοσχερώς τα περισσότερα σπίτια μιας τεράστιας περιοχής, αλλά αφάνισαν τα γιαοντόνγκ, θάβοντας ζωντανούς τους ενοίκους τους. Οσοι επέζησαν από τον σεισμό, ήρθαν αντιμέτωποι με μεγάλες πυρκαγιές, αφού ο σεισμός συνέβη τον χειμώνα, οπότε θα αναποδογυρίστηκαν μαγκάλια, μαγειρικές εστίες και λάμπες. Επίσης, θα ήρθαν αντιμέτωποι με ληστές και πλιατσικολόγους που λυμαίνονταν την περιοχή, αφού οποιαδήποτε μορφή πολιτικής ή στρατιωτικής εξουσίας θα είχε κι αυτή αποδιοργανωθεί.

Η Κίνα έχει περάσει πολλές καταστροφές τέτοιου είδους, αλλά η συγκεκριμένη, η οποία αφάνισε το 60% του πληθυσμού στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο, πρέπει να προκάλεσε πρωτοφανείς πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες, που επηρέασαν ολόκληρη τη χώρα για δεκαετίες. Ο σεισμός ήταν ολέθριος και προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι είναι ελάχιστα γνωστός έξω από την Κίνα. Βομβαρδιζόμαστε με ντοκιμαντέρ για τη βύθιση του Τιτανικού, και άλλες καταστροφές, αλλά ένα συμβάν, που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα αφάνισε ολοκληρωτικά έναν πληθυσμό αντίστοιχο με αυτόν του Σαν Φρανσίσκο, συνήθως μνημονεύεται με λίγες μόνο παραγράφους σε κάποια βαρετά βιβλία γεωλογικής ιστορίας.

(Πηγή: Οι Μεγαλύτερες Καταστροφές της Ιστορίας, Eric Chaline, εκδ. Κλειδάριθμος)