Ο πρώτος πόλεμος της Βρετανίας στο Αφγανιστάν έλαβε χώρα τη βικτοριανή εποχή, ξεκινώντας το 1839. Ο ιστορικός William Dalrymple διερευνά τη σύγκρουση σε συνομιλία με τον Rob Attar, σε ένα κομμάτι που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 2013, και συζητά για το ποιους παραλληλισμούς μπορούμε να κάνουμε με τις μάχες των τελευταίων ετών.

Ανησυχώντας ότι η Ρωσία επέκτεινε την επιρροή της στην περιοχή, η Βρετανία εισέβαλε στο Αφγανιστάν το 1839, εκδιώκοντας τον ηγεμόνα Ντοστ Μοχάμεντ και αντικαθιστώντας τον με τον Σαχ Σουτζά, ο οποίος ήταν βασιλιάς από το 1803-10.

Αργότερα ξέσπασαν εξεγέρσεις, αναγκάζοντας τη βρετανική φρουρά να εγκαταλείψει την Καμπούλ. Πιστεύοντας ότι τους είχε υποσχεθεί ασφαλές πέρασμα, ένα μεγάλο απόσπασμα βρετανικών και ινδικών δυνάμεων επιχείρησε να υποχωρήσει τον Ιανουάριο του 1842, αλλά έπεσε σε ενέδρα από αφγανικά στρατεύματα, με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους περίπου 18.000 στρατιώτες. Εγκαταλελειμμένος στην Καμπούλ, ο Σαχ Σουτζά σκοτώθηκε.

Οι βρετανικές δυνάμεις κατόρθωσαν να ανακαταλάβουν την Καμπούλ αργότερα το ίδιο έτος και αλλού ερήμωσαν την ύπαιθρο, αλλά τελικά αποφάσισαν να αποχωρήσουν εντελώς από τη χώρα. Ο Ντοστ Μοχάμαντ επέστρεψε στην Καμπούλ το 1843 και η δυναστεία του θα παρέμενε στην εξουσία μέχρι τη δεκαετία του 1970.

William Dalrymple, συγγραφέας του βιβλίου Return of a King: The Battle for Afghanistan, συζητά για τον Πρώτο Αγγλοαφγανικό Πόλεμο σε συνομιλία με τον Rob Attar.

Πώς το βιβλίο σας αλλάζει την αντίληψή μας για τον Πρώτο Αγγλοαφγανικό Πόλεμο;

Πρόκειται για ένα από εκείνα τα παλιά… κάστανα για τα οποία έχουν ήδη γραφτεί ενάμισι ράφι με βιβλία γι’ αυτόν. Ετσι, φάνηκε ότι ο μόνος λόγος να αφιερώσω τέσσερα χρόνια σε αυτό ήταν να προσπαθήσω να ξαναγράψω εντελώς την ιστορία, προφανώς με σκοπό να τη δω υπό το πρίσμα των όσων συμβαίνουν τώρα, αλλά πιο συγκεκριμένα προσπαθώντας να καλύψω και τις δύο πλευρές της ιστορίας, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ πριν. Μέχρι σήμερα, ούτε ένα βιβλίο για τον πόλεμο δεν έχει χρησιμοποιήσει ούτε μία αφγανική πηγή. Ο,τι έχουμε είναι αποκλειστικά από τη βρετανική πλευρά.

Εκανα αρκετά ταξίδια στο Αφγανιστάν για να αναζητήσω περισσότερες πηγές και στο τέλος είχα εννέα ολοκληρωμένες αφγανικές αφηγήσεις για τον πόλεμο. Αυτό που προέκυψε από αυτές ήταν ότι ο πόλεμος είχε μια εντελώς διαφορετική δραματική προσωπικότητα και μια πιο κατακερματισμένη περιφερειακή σύνθεση από ό,τι οι Βρετανοί φαίνεται να γνώριζαν. Εβλεπαν ένα αδιαφοροποίητο τείχος από φανατικούς γενειοφόρους Αφγανούς να έρχεται προς το μέρος τους, αλλά στην πραγματικότητα η αντίσταση ήταν διαιρεμένη ανά φυλή, εθνοτική ομάδα και γλώσσα.

Το πιο συναρπαστικό μου εύρημα ήταν η αυτοβιογραφία του Σαχ Σουτζά. Είχε ξεχαστεί από τους Βρετανούς και τους αφγανούς εθνικιστές ως ένας αδύναμος και απελπισμένος τύπος, αλλά νομίζω ότι ήταν υπέροχος. Ηταν ποιητής, πολιτισμένος και εξαιρετικά συμπαθής. Απλώς δεν είχε στρατιωτική τύχη ποτέ στην καριέρα του.

Παραδόξως προερχόταν από την ίδια φυλή, τους Popalzai, με τον σημερινό πρόεδρο του Αφγανιστάν Hamid Karzai. Βάλαμε τον ίδιο τύπο δύο φορές! Και τον έριξαν οι Γκιλζάι που σήμερα αποτελούν τους πεζούς των Ταλιμπάν. Πρόκειται για τον ίδιο φυλετικό πόλεμο, που συνεχίζεται με ελαφρώς διαφορετικές σημαίες, 170 χρόνια μετά.

Η έρευνά σας άλλαξε την άποψή σας για την προέλευση του Πρώτου Αγγλοαφγανικού Πολέμου;

Η αφήγηση που δίνω είναι διακριτικά, αλλά όχι εντελώς, αλλαγμένη σε σχέση με προηγούμενες εκδοχές. Ο βασικός λόγος για τη βρετανική εισβολή ήταν ο διογκωμένος φόβος της ρωσικής επέμβασης και εδώ υπάρχουν παραλληλισμοί, παραδόξως, με τον πόλεμο στο Ιράκ, με έναν «ύποπτο φάκελο». Μια ομάδα γερακιών χειραγώγησε τις πληροφορίες για να υπερτονίσει μια απειλή που δεν υπήρχε στην πραγματικότητα τόσο ουσιαστικά όσο νόμιζαν ότι υπήρχε.

Υπήρξε αυτό το επεισόδιο όταν ένας νεαρός μεγάλος παίκτης, ο σερ Χένρι Ρόλινσον, διέσχιζε με ιππασία την Περσία για να ενταχθεί στο στρατόπεδο του Σάχη της Περσίας στα βορειοδυτικά της χώρας. Μια νύχτα ο Ρόλινσον βρέθηκε στα σύνορα μεταξύ Περσίας και Αφγανιστάν και, μόλις ξημέρωνε, είδε μια ομάδα ιππέων να κατεβαίνει την κοιλάδα προς το μέρος του. Είδε ότι επρόκειτο για Ρώσους Κοζάκους που κατευθύνονταν προς τα αφγανικά σύνορα. Τους προσπέρασε στην κορυφή του περάσματος και τους βρήκε να τρώνε το πρωινό τους.

Εκεί βρισκόταν ένας νεαρός ρώσος αξιωματικός που αρνήθηκε να του μιλήσει στα ρωσικά, περσικά ή γαλλικά αλλά δέχτηκε να συνομιλήσει στα τουρκικά Jagatai. Είπε στον Ρόλινσον ότι πήγαινε στο περσικό στρατόπεδο και έτσι ο Ρόλινσον πήγε κατευθείαν εκεί για να δει τον Σάχη. Ο Σάχης είπε ότι οι Ρώσοι δεν είχαν καμία σχέση μαζί του αλλά επρόκειτο να ανοίξουν διπλωματικές σχέσεις με τον Ντοστ Μοχάμεντ στην Καμπούλ.

Αυτό ήταν το «yellowcake» της εποχής του (το 2002, υποστηρίχθηκε ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν προσπαθούσε να αποκτήσει ουράνιο yellowcake για να αναπτύξει όπλα μαζικής καταστροφής). Εδώ και 30 χρόνια τα γεράκια ανησυχούσαν για τη Ρωσία που κινείται προς το Αφγανιστάν και υπήρχε ήδη στο Λονδίνο μια ολόκληρη φιλολογία σχετικά με τη Ρωσία που θα καταλάμβανε το Αφγανιστάν και στη συνέχεια θα κατέβαινε το Χάιμπερ και θα έδιωχνε τους Βρετανούς από την Ινδία. Δεν υπήρχαν καθόλου αποδείξεις γι’ αυτό μέχρι αυτή την τυχαία ανακάλυψη.

Υπήρχε αυτός ο νέος γενικός κυβερνήτης, ο λόρδος Οκλαντ, ο οποίος είχε κληρονομήσει μια ομάδα πολεμοχαρών γερακιών και ρωσοφοβικών συμβούλων, με επικεφαλής τον απελπισμένο Γουίλιαμ Μακνάχτεν. Αγνόησαν τις συμβουλές του μοναδικού βρετανού αξιωματούχου στην Ινδία που γνώριζε πραγματικά το Αφγανιστάν, του Αλεξάντερ Μπερνς. Εστελνε απεσταλμένα που έλεγαν ότι ο Ντοστ Μοχάμεντ ήθελε να συμμαχήσει με τους Βρετανούς και όχι με τους Ρώσους, αλλά εκείνοι δεν άκουσαν και συμβούλευσαν τον Οκλαντ να εκδιώξει τον Ντοστ Μοχάμεντ και να φέρει αυτόν που περιέγραφαν ως τον «εκδιωχθέντα νόμιμο κυβερνήτη» Σαχ Σουτζά.

Πώς τα πήγαν οι Βρετανοί στις πρώτες στρατιωτικές επιχειρήσεις;

Ο πόλεμος ακολούθησε την ίδια πορεία με τη σημερινή σύγκρουση. Ολοι προειδοποιούσαν ότι θα ήταν καταστροφικά δύσκολος, αλλά στην πραγματικότητα κατέλαβαν τη χώρα σχεδόν αμέσως με ελάχιστες απώλειες. Στη συνέχεια, όπως συνέβη το 2001, η κυβέρνηση πανηγύριζε ότι είχε ξεπεράσει τους αρνητές και ότι θα ήταν εύκολο.

Για τον πρώτο χρόνο φαινόταν να είναι έτσι. Οι Αφγανοί ήταν πολύ φιλικοί και οι ευγενείς τους πήγαιναν για κυνήγι, έκαναν ερασιτεχνικά θεατρικά έργα και έπαιζαν κρίκετ με τους Βρετανούς. Αλλά σιγά- σιγά άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι, από τη Χελμάντ, προς τα βόρεια. Υπήρχε όλο και περισσότερη αντίσταση, ώσπου οι Βρετανοί βρέθηκαν περικυκλωμένοι στην Καμπούλ χωρίς κανέναν έλεγχο της υπαίθρου γύρω από αυτήν. Και πάλι, η κατάσταση ήταν ακριβώς ίδια με τη σημερινή.

Από πού προερχόταν αυτή η αντίσταση;

Εδώ η ερμηνεία μου είναι διαφορετική από εκείνη των Βρετανών. Υπέθεσαν ότι οι Αφγανοί ξεσηκώνονταν εναντίον του Σαχ Σουτζά όσο και οι ίδιοι, αλλά είναι αρκετά σαφές ότι μεγάλο μέρος της αντίστασης προερχόταν από εκνευρισμένους βασιλικούς που ήθελαν ο Σαχ Σουτζά να αποβάλει την υποταγή του στους Βρετανούς. Πίστευαν ότι οι Βρετανοί καταχράστηκαν τις συμφωνίες που είχε συνάψει μαζί τους, πράγμα που όντως συνέβαινε.

Η αρχική ιδέα ήταν ότι ο Σαχ Σουτζά θα αποκτούσε την εξουσία και οι Βρετανοί θα τον βοηθούσαν απλώς να την επιβάλει, αλλά, όπως και με τις εντάσεις μεταξύ του Καρζάι και των Βρετανών και των Αμερικανών, όλο και περισσότερο οι Βρετανοί εκνευρίζονταν με τη δική τους μαριονέτα και προσπαθούσαν να τον εκφοβίσουν ή να αναλάβουν μονομερή δράση. Ο Macnaghten και ο Burnes σταδιακά απελπίστηκαν ότι θα μπορούσαν ποτέ να διοικήσουν αποτελεσματικά τον Shah Shuja και απλά ανέλαβαν οι ίδιοι τον έλεγχο του Αφγανιστάν.

Αυτό που παίρνουμε πολύ καθαρά από τις αφγανικές πηγές είναι τα κίνητρα των επιμέρους ηγετών, τα οποία ήταν όλα αρκετά διαφορετικά. Ο Abdullah Khan Achakzai ήταν ένας νεαρός αριστοκράτης του οποίου η φίλη είχε αποπλανηθεί από τον Burnes, οπότε γι’ αυτόν ήταν μια προσωπική προσβολή. Εβγαλε έναν υπέροχο λόγο το βράδυ πριν από την εξέγερση λέγοντας: «Πρέπει να βάλουμε ένα τέλος εδώ και τώρα, αλλιώς αυτοί οι Αγγλοι θα καβαλήσουν το γαϊδουράκι των επιθυμιών τους στο πεδίο της βλακείας, μέχρι του σημείου να μας συλλάβουν όλους και να μας απελάσουν σε ξένη φυλακή».

Ο Aminullah Khan Logari ήταν ένας αυτοδημιούργητος άνθρωπος, ο οποίος είχε εργαστεί για να φτάσει ψηλά για πάνω από 60 χρόνια υπηρεσίας. Του φέρθηκε πολύ περιφρονητικά ένας νεαρός βρετανός αξιωματούχος, ο οποίος τον έδιωξε από τα εδάφη του. Ανθρωποι όπως ο Logari και ο Achakzai ήταν αυτοί που έδωσαν το έναυσμα για την όλη υπόθεση. Κάλεσαν τους πάντες στα όπλα και, μέσα σε λίγες ημέρες, 50.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Καμπούλ για να πολεμήσουν τους Βρετανούς.

Μήπως οι Βρετανοί απλά υποχώρησαν τότε;

Υπήρξαν δύο αρκετά σημαντικές μάχες που έχασαν λόγω της ανικανότητάς τους και στη συνέχεια υποχώρησαν. Ηταν κατά τη διάρκεια της υποχώρησης με την υπόσχεση της φύλαξης που δέχθηκαν πυρά. Η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών χρησιμοποιούσε τότε ακόμη το μουσκέτο Brown Bess, το οποίο ήταν εξαιρετικό σε ένα επίπεδο ευρωπαϊκό πεδίο όπως το Βατερλό, αλλά δεν μπορούσε να πυροβολήσει σε μεγάλες αποστάσεις ή σε ανηφόρες. Οι Αφγανοί είχαν αυτά τα αδέξια μεγάλα τζετζέιλ που χρειάζονταν μια ώρα για να φορτώσουν, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορούσαν να πυροβολήσουν ένα μίλι στην κατηφόρα και ήταν ιδανικά για τον ορεινό πόλεμο.

Πώς επέτρεψαν οι Βρετανοί να συμβεί αυτή η καταστροφή;

Ηταν μια φανταστικά ανίκανη βρετανική ηγεσία. Εκτός από τον Burnes και τον Macnaghten, οι οποίοι ήταν πάντα ο ένας στον λαιμό του άλλου, υπήρχε και αυτός ο γερο-στρατηγός με την ποδάγρα που λεγόταν William Elphinstone, ο οποίος είχε να δει δράση από τη μάχη του Βατερλό και ήταν ανάπηρος. Το πρώτο πρωί της εξέγερσης προσπάθησε να ανέβει στο άλογό του, το οποίο έπεσε πάνω του και από εκεί και πέρα έμεινε λίγο-πολύ εκτός μάχης. Από τη δική τους αναποφασιστικότητα και απελπισία οι Βρετανοί έχασαν τον πόλεμο πολύ γρήγορα. Εχασαν όλα τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά τους μέσα σε περίπου 48 ώρες και ήταν θέμα χρόνου να υποχωρήσουν.

Ηταν πολιτική ή στρατιωτική απόφαση να αποχωρήσουν εντελώς από τη χώρα;

Η υποχώρηση ήταν αναπόφευκτη μόλις έχασαν τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά τους, οπότε ήταν στρατιωτική απόφαση. Η φρουρά της Καμπούλ εξοντώθηκε, αλλά υπήρχαν άλλοι που επέζησαν στην Τζαλαλαμπάντ και την Κανταχάρ. Ενισχύθηκαν και την επόμενη άνοιξη επέστρεψαν και κατέστρεψαν το νότιο Αφγανιστάν.

Αυτός ο στρατός ανταπόδοσης διέπραξε εγκλήματα πολέμου σε μεγάλη κλίμακα, βιάζοντας και δολοφονώντας γυναίκες και παιδιά.

Μετά από αυτό, η απόφαση να αποσυρθεί ήταν οικονομική και αυτό ισχύει και για τις μετέπειτα συγκρούσεις. Η αντίσταση μπορεί να νικηθεί αλλά μόνο με τεράστιο κόστος, επειδή η χώρα είναι τόσο διάχυτη και η γεωγραφία την καθιστά τόσο δύσκολη. Επιπλέον, δεν υπάρχει τρόπος να καλυφθεί το κόστος της κατοχής. Αν εισβάλεις στο Ιράκ μπορείς να πάρεις το πετρέλαιο, ή στο Παντζάμπ μπορείς να φορολογήσεις την πλούσια, εύφορη γη, αλλά το σύνολο των φορολογικών εσόδων του Αφγανιστάν δεν πλήρωσε ποτέ τότε και δεν πληρώνει τώρα ούτε ένα κλάσμα του κόστους της κατοχής.

Πώς θα μπορούσε το βιβλίο σας να ενημερώσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σήμερα;

Νομίζω ότι υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να μάθουμε από την αφγανική εκδοχή των γεγονότων. Δίνει μια ακρίβεια στην κατανόηση της αντίστασης, η οποία λείπει μέχρι σήμερα.

Η ιστορία του Πρώτου Αγγλοαφγανικού Πολέμου παρέχει σαφείς προειδοποιήσεις για τους κινδύνους τού να είσαι παγιδευμένος στην Καμπούλ, περικυκλωμένος και χωρίς συμμάχους, έχοντας έρθει σε ρήξη με τους ανθρώπους που έβαλες στην εξουσία. Το πρόβλημα είναι ότι κάθε γενιά αποτυγχάνει να πάρει αυτά τα μαθήματα.

Ο Τζορτζ Λόρενς ήταν ένας από τους στρατιώτες που πιάστηκαν όμηροι κατά τη διάρκεια της υποχώρησης και έτσι επέζησε για να γράψει τα απομνημονεύματά του. Είδε την ιστορία να επαναλαμβάνεται τη δεκαετία του 1870 με τον Δεύτερο Αγγλοαφγανικό Πόλεμο και ξεσηκώθηκε για να γράψει μια επιστολή στους Times. «Μια νέα γενιά έχει αναδυθεί, η οποία αντί να επωφεληθεί από τα επίσημα μαθήματα του παρελθόντος, είναι πρόθυμη να μας εμπλέξει στις υποθέσεις αυτής της ταραχώδους και δυστυχισμένης χώρας… Η καταστροφή της υποχώρησης από την Καμπούλ θα πρέπει να σταθεί για πάντα ως προειδοποίηση στους πολιτικούς άνδρες του μέλλοντος να μην επαναλάβουν τις πολιτικές που απέδωσαν τέτοιους καρπούς… βουτύρου το 1839-42». Δεν τον άκουσαν το 1870, και αυτός είναι πλέον ο τέταρτος χαμένος αφγανικός πόλεμος.