Το 1902 ο βιεννέζος νευρολόγος και ειδικός ψυχοθεραπευτής Σίγκμουντ Φρόιντ γίνεται καθηγητής πανεπιστημίου. Η μέθοδος ψυχανάλυσης που θεμελίωσε καθώς και το έργο του «Ερμηνεία των ονείρων» (1902) έχουν παγκόσμια απήχηση.

Τα πρώτα αντίτυπα του έργου του Φρόιντ «Ερμηνεία των ονείρων» εκδόθηκαν τον Οκτώβριο του 1899 από τον οίκο Φραντς Ντόιτικε. Ο συγγραφέας είχε ο ίδιος συνειδητά επιλέξει ως έτος κυκλοφορίας το 1900, με την πεποίθηση ότι επρόκειτο για το «έργο του αιώνα». Στις 626 σελίδες του βιβλίου του ο Φρόιντ εξέθετε κυρίως τα αποτελέσματα της αυτοψυχανάλυσης στην οποία είχε συστηματικά υποβάλει τον εαυτό του για τέσσερα χρόνια, από το 1895. Επεδίωκε να καταδείξει ότι «το όνειρο έχει όντως κάποιο νόημα και ότι σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί απλώς μία αποσπασματική δραστηριότητα του εγκεφάλου». Το όνειρο κατ’ αυτόν-αντίθετα με τα όσα υποστήριζαν οι σύγχρονοί του φυσιολόγοι-είναι ένα αυτόνομο ψυχικά φαινόμενο, μια συγκαλυμμένη εκπλήρωση επιθυμιών. Προσπάθησε να λύσει το αίνιγμα της κρυμμένης στο ανθρώπινο ασυνείδητο έννοιας των ονείρων και να βρει το κλειδί της. Και για να προχωρήσει στην αυτοπαρατήρηση επινόησε τη μεθοδολογία του υπνωτισμού. Δήλωνε χαρακτηριστικά ότι: «Οι περισσότεροι από τους ασθενείς μου καταφέρνουν να υπνωτιστούν με τη σωστή καθοδήγηση». Επειδή όμως η διαδικασία της αυτοπαρατήρησης μπλοκάρεται από αυτό που ο Φρόιντ ονομάζει «μηχανισμό απωθήσεων», το όλο πρόβλημα ανάγεται σε έναν συσχετισμό δυναμισμών: στο κατά πόσο δηλαδή το άτομο, με τη νοητική του θέληση, την ικανότητά του να υπερκεράσει τον ίδιον τον εαυτό του, τις ψυχολογικές του γνώσεις και την κατάλληλη άσκηση, είναι σε θέση να κατανικήσει την εσωτερική του αντίσταση.

Ο Φρόιντ οικοδόμησε τελικά μια πλήρη διδασκαλία γύρω από τη ψυχική λειτουργία του ασυνείδητου, προσδιορίζοντας τις βασικές έννοιες της πρώιμης «ψυχανάλυσης»-όρου που για πρώτη φορά ο ίδιος εισήγαγε το 1896-καθώς και της «Μεταφυσιολογίας». Ορισμένες από τις έννοιες αυτές ήταν η «υποστροφή στην προηγούμενη κατάσταση», οι νηπιακές επιθυμίες, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το ασυνείδητο ως ψυχική πραγματικότητα.

Η σπουδαιότητα της ερμηνείας των ονείρων στο πλαίσιο της φροϊδικής διδασκαλίας δεν πρέπει, ωστόσο, να υπερεκτιμάται. Και αυτό γιατί το όνειρο αναλυόταν μόνο ως ψυχοπαθολογικό σύμπτωμα κατά τη διάρκεια του ύπνου-δηλαδή ως νεύρωση που δεν καθρεφτιζόταν σε εξωτερικές εκδηλώσεις του ατόμου. Η ψυχανάλυση, λοιπόν, επικεντρώθηκε στη μελέτη των νευρώσεων. Η νεύρωση, αρρώστια που γίνεται και εξωτερικά αντιληπτή, αποδόθηκε στους ίδιους αιτιολογικούς μηχανισμούς που ίσχυαν και για το όνειρο. Τα «απωθημένα του» έπρεπε ο ασθενής στις συνεδρίες της ψυχαναλυτικής θεραπείας να τα «μεταθέσει» στον αναλυτή, ώστε να απαλλαγεί ο ίδιος από αυτά.

Ο Φρόιντ, που ήταν εβραίος, έζησε από το 1939 και μετά εξόριστος στο Λονδίνο, όπου και πέθανε. Εκεί συνέχισε να αναπτύσσει τη διδασκαλία του. Οι θεωρίες του σφράγισαν όλους σχεδόν τους τομείς –την κοινωνιολογία, τη λογοτεχνία, την τέχνη-και επηρέασαν βαθιά τον παγκόσμιο πνευματικό διάλογο του 20ού αιώνα.

Το 1902 ο βιεννέζος νευρολόγος και ειδικός ψυχοθεραπευτής Σίγκμουντ Φρόιντ γίνεται καθηγητής πανεπιστημίου. Η μέθοδος ψυχανάλυσης που θεμελίωσε καθώς και το έργο του «Ερμηνεία των ονείρων» (1902) έχουν παγκόσμια απήχηση.

Τα πρώτα αντίτυπα του έργου του Φρόιντ «Ερμηνεία των ονείρων» εκδόθηκαν τον Οκτώβριο του 1899 από τον οίκο Φραντς Ντόιτικε. Ο συγγραφέας είχε ο ίδιος συνειδητά επιλέξει ως έτος κυκλοφορίας το 1900, με την πεποίθηση ότι επρόκειτο για το «έργο του αιώνα». Στις 626 σελίδες του βιβλίου του ο Φρόιντ εξέθετε κυρίως τα αποτελέσματα της αυτοψυχανάλυσης στην οποία είχε συστηματικά υποβάλει τον εαυτό του για τέσσερα χρόνια, από το 1895. Επεδίωκε να καταδείξει ότι «το όνειρο έχει όντως κάποιο νόημα και ότι σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί απλώς μία αποσπασματική δραστηριότητα του εγκεφάλου». Το όνειρο κατ’ αυτόν-αντίθετα με τα όσα υποστήριζαν οι σύγχρονοί του φυσιολόγοι-είναι ένα αυτόνομο ψυχικά φαινόμενο, μια συγκαλυμμένη εκπλήρωση επιθυμιών. Προσπάθησε να λύσει το αίνιγμα της κρυμμένης στο ανθρώπινο ασυνείδητο έννοιας των ονείρων και να βρει το κλειδί της. Και για να προχωρήσει στην αυτοπαρατήρηση επινόησε τη μεθοδολογία του υπνωτισμού. Δήλωνε χαρακτηριστικά ότι: «Οι περισσότεροι από τους ασθενείς μου καταφέρνουν να υπνωτιστούν με τη σωστή καθοδήγηση». Επειδή όμως η διαδικασία της αυτοπαρατήρησης μπλοκάρεται από αυτό που ο Φρόιντ ονομάζει «μηχανισμό απωθήσεων», το όλο πρόβλημα ανάγεται σε έναν συσχετισμό δυναμισμών: στο κατά πόσο δηλαδή το άτομο, με τη νοητική του θέληση, την ικανότητά του να υπερκεράσει τον ίδιον τον εαυτό του, τις ψυχολογικές του γνώσεις και την κατάλληλη άσκηση, είναι σε θέση να κατανικήσει την εσωτερική του αντίσταση.

Ο Φρόιντ οικοδόμησε τελικά μια πλήρη διδασκαλία γύρω από τη ψυχική λειτουργία του ασυνείδητου, προσδιορίζοντας τις βασικές έννοιες της πρώιμης «ψυχανάλυσης»-όρου που για πρώτη φορά ο ίδιος εισήγαγε το 1896-καθώς και της «Μεταφυσιολογίας». Ορισμένες από τις έννοιες αυτές ήταν η «υποστροφή στην προηγούμενη κατάσταση», οι νηπιακές επιθυμίες, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το ασυνείδητο ως ψυχική πραγματικότητα.

Η σπουδαιότητα της ερμηνείας των ονείρων στο πλαίσιο της φροϊδικής διδασκαλίας δεν πρέπει, ωστόσο, να υπερεκτιμάται. Και αυτό γιατί το όνειρο αναλυόταν μόνο ως ψυχοπαθολογικό σύμπτωμα κατά τη διάρκεια του ύπνου-δηλαδή ως νεύρωση που δεν καθρεφτιζόταν σε εξωτερικές εκδηλώσεις του ατόμου. Η ψυχανάλυση, λοιπόν, επικεντρώθηκε στη μελέτη των νευρώσεων. Η νεύρωση, αρρώστια που γίνεται και εξωτερικά αντιληπτή, αποδόθηκε στους ίδιους αιτιολογικούς μηχανισμούς που ίσχυαν και για το όνειρο. Τα «απωθημένα του» έπρεπε ο ασθενής στις συνεδρίες της ψυχαναλυτικής θεραπείας να τα «μεταθέσει» στον αναλυτή, ώστε να απαλλαγεί ο ίδιος από αυτά.

Ο Φρόιντ, που ήταν εβραίος, έζησε από το 1939 και μετά εξόριστος στο Λονδίνο, όπου και πέθανε. Εκεί συνέχισε να αναπτύσσει τη διδασκαλία του. Οι θεωρίες του σφράγισαν όλους σχεδόν τους τομείς –την κοινωνιολογία, τη λογοτεχνία, την τέχνη-και επηρέασαν βαθιά τον παγκόσμιο πνευματικό διάλογο του 20ού αιώνα.