Ο Δροσίνης και ο Πολέμης με τις εμπνεύσεις των χαμηλών τόνων, παρέμειναν οι ρομαντικοί, που στίχοι τους μελοποιήθηκαν, ο Παλαμάς ήταν ο βαθύς, ο φιλόσοφος που, με όργανο την εθνική γλώσσα, έκανε επανάσταση και άνοιξε δρόμους στους μετέπειτα λυρικούς του μεσοπολέμου, της δεύτερης δηλαδή εικοσαετίας του 20ού αιώνα. Ο Παλαμάς ήταν η μορφή που δέσποσε, για περισσότερο από μισό αιώνα, στη νεοελληνική γραμματεία. Ηταν ο υμνωδός της Ελλάδας και έμεινε ο εθνικός της βάρδος.

Ο Κωστής Παλαμάς γεννήθηκε το 1859 στην Πάτρα. Εμεινε όμως ορφανός σε ηλικία οκτώ χρόνων και έζησε στην πατρίδα του πατέρα του, στο Μεσολόγγι. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές σπουδές του και θεωρείται μεσολογγίτης. Η λατρεία του για το Μεσολόγγι είναι έκδηλη στα ποιήματά του. Στην ποιητική συλλογή του «Τραγούδια της Πατρίδας μου» διαβάζουμε για το Μεσολόγγι : Βωμός το μέτωπό σου. / Θυμάσαι; Μια φορά / στο ‘γγίξαν και στ’ αγιάσαν / της δόξας τα φτερά!

Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγιού θα σφραγίσει τα νεανικά χρόνια του Παλαμά, που θα γράψει το ποίημα «Μια πίκρα» που αρχίζει: Τα πρώτα μου χρόνια τ’ αξέχαστα τάζησα / κοντά στ’ ακρογιάλι, / στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη, / στη θάλασσα εκεί την πλατειά, τη μεγάλη… Στην ίδια ποιητική συλλογή «Καημοί της λιμνοθάλασσας», υπάρχει και το ποίημα «Ανατολή», απ‘ όπου οι στίχοι : Γιαννιώτικα, σμυρνιώτικα, πολίτικα, / μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα, / λυπητερά. Πώς η ψυχή μου σέρνεται μαζί σας…

Το 1875 ο Κωστής Παλαμάς έρχεται στην Αθήνα και εργάζεται σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Το 1887 παντρεύτηκε τη Μαρία Βάλβη, από πολιτική οικογένεια του Μεσολογγιού και έκανε τρία παιδιά. Το μικρότερο, ο Αλκης, πέθανε τεσσάρων μόλις χρόνων. Στη συλλογή «Ο Τάφος» περιλαμβάνεται και το ποίημα «Από τον Τάφο», που έγραψε ο Παλαμάς για τον Αλκη. Για τον θάνατο του Αλκη επίσης έγραψαν ποιήματα ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Λορέντζος Μαβίλης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος κ.ά.

Το 1897 ο Παλαμάς διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το παρακάτω περιστατικό συνέβη κατά την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο τότε Πρύτανης του Πανεπιστημίου, μετά την ορκωμοσία του ποιητή είπε: «Ελπίζω τώρα, κύριε Παλαμά, με την αξιοπρεπή θέση που έχετε ότι θα σταματήσετε να γράφετε ποιήματα».!!

Η ποίηση του Παλαμά είναι επική Η μουσικότητά του είναι εμφανής. Το ύφος του γοητεύει με τη λεκτική ευφράδεια και την αρμονία. Ο φιλοσοφικός του στοχασμός παραμένει αξεπέραστος. Είναι εθνικός κήρυκας με παγκοσμιότερες όμως προσεγγίσεις. Στην κριτική της ποιήσεως του Παλαμά ο Κ. Τσάτσος θα γράψει: «Εχει (η ποίηση του Παλαμά) ένα βαθύτατο άρωμα βυζαντινού χριστιανισμού και μεσαιωνικής μυστικοπάθειας… κλείνεται όλη η θλίψη της πολυαίωνης δουλείας… και από κάτω κρύβεται ο αρχαίος κόσμος…»

Εχουν εκδοθεί περισσότερες από τριάντα συλλογές ποιημάτων του Παλαμά. Μερικές από τις πιο γνωστές είναι : «Ιαμβοι και Ανάπαιστοι», «Η Ασάλευτη Ζωή», «Η Πολιτεία και η Μοναξιά», «Η Φλογέρα του Βασιλιά» κ.ά. Από τον Προφητικό (Λόγος Η) της συλλογής «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου» διαβάζουμε : … «και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί / να κατρακυλήσεις πιο βαθειά στου κακού τη σκάλα / για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί / θα αιστανθείς να σου φυτρώνουν, ω, χαρά! / Τα φτερά / Τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα.

Το 1895, τα μέλη της Επιτροπής των Ολυμπιακών Αγώνων Δημ. Βικέλας και Τιμ. Φιλήμων, ζήτησαν από τον Παλαμά να γράψει τον Υμνο, που μελοποίησε ο κερκυραίος μουσουργός Σπ. Σαμάρας και ακούστηκε στο Στάδιο των Αθηνών στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 (Αρχαίο πνεύμ’ αθάνατο, αγνέ Πατέρα,/ του ωραίου, του μεγάλου και τ’ αληθινού…»).

Την 1η Νοεμβρίου του 1940 δημοσιεύθηκαν στον ελληνικό τύπο και μεταδόθηκαν από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθηνών οι τελευταίοι στίχοι του Κωστή Παλαμά, υποθήκη για το μαχόμενο Εθνος : «Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα : / Μεθύστε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!». Με τους στίχους αυτούς ο Παλαμάς ξεπλήρωσε το τελευταίο χρέος του ως πνευματικός ταγός του Ελληνισμού.

Ο Κωστής Παλαμάς έζησε περισσότερα από 40 χρόνια στο σπίτι της οδού Ασκληπιού 3, στην Αθήνα. Εκεί κυρίως δημιούργησε το αθάνατο έργο του.

Ο ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή στις 27 Φεβρουαρίου 1943, στο σπίτι της οδού Περιάνδρου 5 στην Πλάκα, όπου είχε μετακομίσει λίγα χρόνια πριν.

Κατά την κηδεία του, στις 28 Φεβρουαρίου, στο Α’ Κοιμητήριο Αθηνών, μια πρωτοφανής λαοθάλασσα τον αποχαιρέτησε με δάκρυα, ψάλλοντας τον Εθνικό Υμνο, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατακτητών. Παρέστησαν οι αρχές του κράτους και πολλοί άνθρωποι του πολιτισμού και του πνεύματος. Μεταξύ τους ο Σπύρος Μελάς, η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Ηλίας Βενέζης κ.ά.

Στεφάνια κατέθεσαν και εκπρόσωποι – αξιωματικοί των αρχών κατοχής.

Ο Αγγελος Σκελιανός, αντί επικηδείου, απήγγειλε το ιστορικό ποίημά του. Ας Θυμηθούμε μερικούς στίχους : Ηχείστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές, / δονείστε σύγκορμη τη χώρα, πέρα ως πέρα…/ Βόγγα, Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές / στης Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε τον αέρα! / Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα!

Δρ. Φώτης Νόμπελης