Σε έναν κόσμο διαμορφωμένο πάνω σε βάσεις ιμπεριαλιστικές, οι ΗΠΑ του Θίοντορ Ρούζβελτ πρόβαλαν το 1901, για πρώτη φορά στο διεθνές προσκήνιο ως μεγάλη ειρηνευτική δύναμη. Κυρίαρχες του δυτικού αμερικανικού ημισφαιρίου, μεσολάβησαν για να συναφθεί ειρήνη μεταξύ Ρωσίας και Ιαπωνίας στη Ανατολή. Στην εσωτερική πολιτική, ο Ρούζβελτ επιχείρησε αρκετές μεταρρυθμίσεις παίζοντας το ρόλο «έντιμου μεσίτη» μεταξύ κεφαλαίου και εργαζομένων.

Στις 6 Σεπτεμβρίου 1901, ένας αναρχικός ονόματι Λέων Τσόλγκος, πυροβόλησε τον αμερικανό πρόεδρο Ουίλιαμ Μακ Κίνλεϊ, ο οποίος υπέκυψε οκτώ μέρες μετά στα τραύματά του. Κατά το αμερικανικό Σύνταγμα, την προεδρία ανέλαβε ο αντιπρόεδρος Θίοντορ Ρούζβελτ – που στα 42 του χρόνια ήταν ο νεότερος πολιτικός που είχε ποτέ ανέλθει σε αυτό το αξίωμα. Καταγόταν από μια οικογένεια της Νέας Υόρκης, που χάρη στο εμπόριο με την Κίνα είχε κάνει αξιόλογη περιουσία. Η μητέρα του ήταν από τη Γεωργία και ανήκε στην αριστοκρατία των γαιοκτημόνων του Νότου. Ο ίδιος ο Ρούζβελτ, άτομο δραστήριο και με ξεχωριστό χιούμορ, ήταν πολυταξιδεμένος και είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του στο Χάρβαρντ. Στα 23 χρόνια του είχε εκλεγεί βουλευτής της πολιτείας της Νέας Υόρκης και το 1897 είχε γίνει αναπληρωτής υπουργός Ναυτικών. Οταν, μετά από λίγο ξέσπασε ο πόλεμος με την Ισπανία πήγε στο μέτωπο, απ’ όπου γύρισε με το «φωτοστέφανο» του ήρωα. Το 1899 εξελέγη κυβερνήτης της πολιτείας της Νέας Υόρκης και, τον άλλο χρόνο ο Μακ Κίνλεϊ τον έκανε Αντιπρόεδρο.

Η περίοδος που ακολούθησε τον αμερικανικό εμφύλιο Πόλεμο (1861-65) υπήρξε για τις ΗΠΑ η «χρυσή εποχή». Η εκβιομηχάνιση είχε κάνει άλματα, ο πληθυσμός – και ο καταναλωτισμός – αυξάνονταν συνεχώς. Τα 63 εκατομμύρια κατοίκων του 1890 είχαν ήδη γίνει 77 το 1900 και, δέκα χρόνια αργότερα, θα έφταναν τα 92. Από τη νότια και την ανατολική κυρίως Ευρώπη, οι μετανάστες έρχονταν κατά κύματα – σχεδόν ένα εκατομμύριο άνθρωποι τον χρόνο, που γέμιζαν τις συχνά άθλιες φτωχογειτονιές.

Ηταν η εποχή που γεννήθηκε στις ΗΠΑ το λεγόμενο Προοδευτικό Κίνημα, αποτελούμενο κατά κανόνα από ανθρώπους εύπορους και ελεύθερους επαγγελματίες. Πολλοί προσχωρούσαν σε αυτό από τύψεις συνειδήσεως και ηθική αγανάκτηση για τις συνθήκες αθλιότητας που επικρατούσαν σε ορισμένα κοινωνικά στρώματα, ενώ άλλοι απλώς από ματαιοδοξία. Ακόμα και ο πρόεδρος Ρούζβελτ ανήκε στο Κίνημα αυτό. Ο προοδευτισμός ωστόσο, δεν έφτανε στο σημείο να καταδικάζονται οι διακρίσεις σε βάρος των μαύρων και να ενοχλούνται που το ένα τρίτο του έγχρωμου πληθυσμού ήταν αναλφάβητο (στους λευκούς ήταν μόνο το 5%). Οι Προοδευτικοί, με βάση τους τις βόρειες πολιτείες, όπου δεν υπήρχαν μαύροι, ανέλαβαν σταυροφορία ενάντια στη συγκέντρωση του πλούτου σε λιγοστά χέρια, επιδιώκοντας παράλληλα μέτρα υπέρ των νέων αλλά και εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.

Ειδικά στο Ουισκόνσιν, οι Προοδευτικοί είχαν τον Ρόμπερτ Λαφολέτ, που είχε τεράστια επιρροή σ’ όλη τη χώρα. Με την εκλογή του στη Γερουσία, ο Λαφολέτ είχε αγωνιστεί εναντίον των επιχειρηματιών των σιδηροδρόμων και υπέρ του δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν προβάδισμα σ’ αυτό: μέχρι το 1914 ήδη 13 πολιτείες είχαν θεσπίσει γυναικεία ψήφο. Οι Προοδευτικοί, από τα χρόνια κιόλας του Ρούζβελτ, προωθούσαν την ποτοαπαγόρευση, που τελικά επιβλήθηκε το 1919.

Ο Ρούζβελτ, που έβλεπε τον εαυτό του ως συνήγορο της αναξιοπαθούσας εργατικής τάξης, προσπάθησε να έρθει μαζί της σε μια «Ντόμπρα Συμφωνία», που οδήγησε στην παροχή ίσων ευκαιριών σε όλους. Ηταν υπέρ μιας προστατευτικής νομοθεσίας για εργαζόμενες γυναίκες και παιδιά και υπέρ της ρύθμισης του προβλήματος των εργατικών ατυχημάτων. Επέβαλε τον υποχρεωτικό έλεγχο τροφίμων και ίδρυσε ένα υπουργείο Εμπορίου και Εργασίας για την εποπτεία του διαπολιτειακού εμπορίου. Ο Πρόεδρος, ως ένθερμος φυσιολάτρης, θεσμοθέτησε την ίδρυση εθνικών δρυμών και πάρκων.

Ο Θίοντορ Ρούζβελτ ήταν ο δημοφιλέστερος πρόεδρος από την εποχή του Αντριου Τζάκσον (1829-37). Ηταν μαέστρος στην εσωτερική πολιτική, αλλά και πολύ δυναμικός στην εξωτερική πολιτική. Συνήθιζε να λέει: «Τα συμφέροντά μας είναι διάσπαρτα σε όλον τον κόσμο. Η πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να είναι οικουμενική».

Το ζήτημα της ναυτικής ισχύος το θεωρούσε μείζον ζήτημα, για την ασφάλεια της χώρας του, αλλά και την προώθηση του εξωτερικού εμπορίου. Η αμερικανική πρακτική, κατά τον Ρούζβελτ έπρεπε να στοχεύει στη διπλωματία, αλλά και στην επιβολή ισχύος : «Μίλα ήπια, κράτα όμως και μια χοντρή μαγκούρα» ήταν το πιστεύω του. Ετσι, ο αμερικανικός πολεμικός στόλος έγινε ως το 1906, ο μεγαλύτερος στον κόσμο, μετά τη Βρετανία.

Επί των ημερών του Ρούζβελτ οι ΗΠΑ ανέλαβαν ρόλο συνηγόρου όλης της Λατινικής Αμερικής. Οταν η Κολομβία, στην οποία ανήκε ο Παναμάς, αρνήθηκε την κατασκευή του Ισθμού, οι ΗΠΑ υποστήριξαν τον ξεσηκωμό του Παναμά, για να αποκτήσει την ανεξαρτησία του εναντίον της Κολομβίας. Και, φυσικά, έγινε μετά και η ομώνυμη Διώρυγα. Αργότερα, βοήθησε τη Βενεζουέλα να πληρώσει τα χρέη της στους Ευρωπαίους πιστωτές της. Με όμοιο τρόπο βοήθησε και τη Δομινικανή Δημοκρατία.

Ο Ρούζβελτ είχε ταχθεί υπέρ του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Στον Ρωσο – Ιαπωνικό πόλεμο, μεσολάβησε μεταξύ Ιαπωνίας και Ρωσίας, ώστε να υπογραφεί η Ειρήνη του Πόρτσμουθ. Σε αναγνώριση της συμβολής του, του απονεμήθηκε το 1905 το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης.

Οταν τελείωσε και η δεύτερη θητεία του (που προβλεπόταν από την παράδοση), προσπάθησε να κατακτήσει και τρίτη θητεία, αλλά ο Ουίλσον κέρδισε τις εκλογές το 1913, με μεγάλη διαφορά.

(Πηγή: Εγκυκλοπαίδεια ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, Εκδ. Ομιλος Μανιατέα)