Μπορεί να έσωσε την Επανάσταση σε κρίσιμες στιγμές, αλλά το μίσος των κοτζαμπάσηδων εναντίον του ήταν τόσο ισχυρό, ώστε τον σκότωσαν και τον παρουσίασαν ως αυτόχειρα.

Γεννήθηκε γύρω στο 1790, πιθανότατα στην Ιθάκη και ήταν γιος του περίφημου κλεφταρματωλού Ανδρέα Ανδρούτσου. Νέος μπήκε στην υπηρεσία του Αλή πασά, ο οποίος αργότερα τον διόρισε οπλαρχηγό της Ανατολικής Ρούμελης, με αποστολή να εκκαθαρίσει τους κλέφτες από την περιοχή. Ο Οδυσσέας, αντί να κυνηγά τους κλέφτες, κυνηγούσε και τιμωρούσε τους προύχοντες, χριστιανούς ή μουσουλμάνους που τυραννούσαν τον λαό. Από τότε έγινε μισητός στους κύκλους τους και το μίσος αυτό, πολύ αργότερα τον οδήγησε στον θάνατο. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Αρχικά βοήθησε τον Αλή στον πόλεμό του εναντίον των σουλτανικών στρατευμάτων. Οταν ξέσπασε όμως η Ελληνική Επανάσταση, κράτησε τα στρατεύματα του Ομέρ Βρυώνη στο Χάνι της Γραβιάς με 120 μόνο παλικάρια. Το 1822 ανακηρύχθηκε, από την Α΄ Εθνοσυνέλευση στρατιωτικός αρχηγός της Ανατολικής Στερεάς.

Οι κοτζαμπάσηδες της περιοχής που τον μισούσαν, δεν έχαναν ευκαιρία να μην τον κατηγορήσουν πότε για δειλία (όπως στην περίπτωση της πολιορκίας της Καρύστου) και πότε για κρυφές συνεννοήσεις με τους Τούρκους, ενώ γνώριζαν ότι τα περίφημα «καπάκια» ήταν ένα είδος διπλωματικού ελιγμού αποπροσανατολισμού των Τούρκων, ένα είδος στρατιωτικής παραπλάνησης. Αρωγούς στην προσπάθειά τους είχαν και την πολιτική ηγεσία της περιοχής, τον Αρειο Πάγο, που διηύθυνε ο Φαναριώτης Θεόδωρος Νέγρης. Ετσι, την ίδια χρονιά που ανακηρύχθηκε αρχηγός από την Εθνοσυνέλευση, ο Αρειος Πάγος τον αντικατέστησε και τον επικήρυξε για 5.000 γρόσια, ενώ ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, τον αφόρισε. Οταν όμως έκανε την εμφάνισή της η στρατιά του Δράμαλη, ο Αρειος Πάγος τον ανακάλεσε και του ανέθεσε την αρχηγία.

Στον εμφύλιο πόλεμο (1824) δεν πήρε μέρος, πρότεινε όμως στον Κολοκοτρώνη να συνεργασθούν και να εξοντώσουν όλους τους προεστούς. Οταν αποφάσισε να πάει στην Πελοπόννησο, για να βρει τρόπο συμβιβασμού μεταξύ των δύο παρατάξεων, οι κοτζαμπάσηδες τον διέβαλαν και η Κυβέρνηση τον αντικατέστησε με τον Κίτσο Τζαβέλα, στην αρχηγία των στρατευμάτων της Στερεάς. Κατηγορήθηκε τότε ότι, οργισμένος, άρχισε συνεννοήσεις με τους Τούρκους, για να προσχωρήσει σ’ αυτούς με αντάλλαγμα την παραχώρηση σ’ αυτόν μεγάλων περιοχών (Εύβοιας, Αταλάντης, Θήβας και Λιβαδειάς). Το πιο πιθανό ήταν, αν συνέβη αυτό (είχε δημοσιευθεί στην «Εφημερίδα των Αθηνών) να ήταν και πάλι «καπάκι». Η κυβέρνηση διέταξε τον Γιάννη Γκούρα, αφού τον ενίσχυσε με 140.000 γρόσια, από τα λεφτά του αγγλικού δανείου, να τον συλλάβει. Αυτός, με 6.000 άντρες ήρθε στις Λιβανάτες (1824), όπου βρισκόταν ο Οδυσσέας. Ο ήρωας, έπειτα από σύντομη συμπλοκή, παραδόθηκε στο πάλαι ποτέ πρωτοπαλίκαρό του, με τον όρο να δικασθεί. Μεταφέρθηκε και φυλακίστηκε στον ενετικό πύργο πάνω στην Ακρόπολη των Αθηνών. Οι εχθροί του δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση να γίνει δίκη, γιατί γνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος θα αθωωνόταν. Για τον λόγο αυτό έδωσαν εντολή στον Γκούρα να σκηνοθετήσει μια αυτοκτονία, γιατί η φανερή εκτέλεση θα ξεσήκωνε τον κόσμο που αγαπούσε και θαύμαζε τον ήρωα. Αυτό έγινε τη νύχτα της 4ης προς 5η Ιουνίου. Απεσταλμένοι της κυβέρνησης, με εντολή του Γκούρα, τον βασάνισαν και τον δολοφόνησαν στο κελί του. Την άλλη μέρα είπαν ότι σκοτώθηκε μόνος του, πέφτοντας στα βράχια, στην προσπάθειά του να δραπετεύσει. Κανένας δεν πείσθηκε. Η επιβεβαίωση ήρθε πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο γέροντας πια δικηγόρος Σπύρος Φόρτης, δήλωσε ότι φύλαγε σκοπιά τη μοιραία νύχτα και είδε να τον δολοφονούν και να πετούν το πτώμα του στα βράχια. Η μνήμη του ήρωα αποκαταστάθηκε από το επίσημο Κράτος γύρω στο 1872.

(Πηγή: ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΘΑΝΑΤΟΙ, Γ. Γρυντάκης, Εκδ. Σαββάλας)