Ο μύθος των Αγγέλων του Μονς συνέχισε να παρέχει ανακούφιση και ικανοποίηση τόσο στους εύπιστους, όσο και στους πατριώτες. Ωστόσο, είναι απολύτως αβάσιμος.

Κατά τις πρώτες ημέρες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η 3η και η 4η Μεραρχία της Βρετανικής Εκστρατευτικής δύναμης, υπό την ηγεσία του στρατηγού Σμιθ-Ντόριεν, βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν στο Βέλγιο έναν τεράστιο γερμανικό στρατό, περίπου 400.000 ανδρών, υπό την ηγεσία του φον Κλουκ. Ηταν δηλαδή, τέσσερις φορές περισσότεροι από τους Βρετανούς. Οι Βρετανοί βρέθηκαν στριμωγμένοι κατά την υποχώρησή τους από τη Μονς, στις 27-28 Αυγούστου του 1914. Ησαν καταπτοημένοι βλέποντας τις προσεκτικές προετοιμασίες των Γερμανών. Αλλά και οι Γερμανοί ήσαν εντυπωσιασμένοι από την ανδρεία των Βρετανών, των οποίων οι πυροβολισμοί ήταν τόσο ταχείς και ακριβείς – δεκαπέντε βολές το λεπτό – ώστε νόμιζαν ότι αντιμετωπίζουν πολυβόλα. Ο Σερ Τζον Φρεντς, γενικός επικεφαλής, είχε βρεθεί σε δύσκολη θέση: υπήρχαν ελάχιστοι στρατιώτες στα αριστερά του, με τους Γάλλους στα δεξιά του να υποχωρούν τόσο γρήγορα, ώστε ήσαν ήδη μίλια πίσω του, και το καθένα από τα αποσπάσματά του, ιδίως αυτό υπό την ηγεσία του στρατηγού Σμιθ-Ντόριεν, δεχόταν συνεχή και βαριά πυρά από αντιπάλους που υπερτερούσαν εξαιρετικά. Το ότι κατάφεραν να επιβιώσουν αποδόθηκε από πολλούς στη θεία παρέμβαση.

Μοιάζει παράξενο το ότι ο βρετανός πεζικάριος, που θα δυσπιστούσε μπροστά σε οτιδήποτε (και ιδίως σε ό,τι του έλεγαν οι αξιωματικοί του), θα ήταν τόσο εύπιστος ώστε να θεωρήσει αληθινή την ιστορία των «Αγγέλων της Μονς». Αυτοί οι άγγελοι υποτίθεται ότι εμφανίστηκαν στον ουρανό, πάνω από τον στρατό που αγωνιζόταν απελπισμένα, ντυμένοι στα άσπρα και πολεμώντας με πύρινες ρομφαίες εναντίον της Πρώτης Γερμανικής Στρατιάς.

Ωστόσο, πολλοί από τους στρατιώτες το πίστεψαν, και οι Αγγελοι της Μονς έγιναν ένας από τους πιο ανθεκτικούς στο χρόνο μύθους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πώς εξηγείται αυτό;

Μέρος της απάντησης μπορεί να βρεθεί στις συνθήκες του πεδίου μάχης, ανάλογες των οποίων, το 1914, δεν είχε ξανασυναντήσει κανείς: σαρωτικά πυροβολικά πυρά που έπλητταν ανθρώπους και τους διέλυαν σε κομματάκια, τεράστιες και συνεχείς απώλειες από μάχες σχεδόν σώμα με σώμα, με τουφέκια και μικρά όπλα, με τις υπηρεσίες υποστήριξης διαλυμένες από την αγριότητα της μάχης και με την ένταση της σύγκρουσης να συνεχίζεται ημέρα και νύχτα, χωρίς σταματημό.

Κολόνες από σκόνη και καπνό στροβιλίζονταν πάνω από το πεδίο της μάχης. Θα ήταν παράξενο αν δεν υπήρχε έστω κάποιος μέσα σε αυτή τη μάζα των υπερβολικά τρομαγμένων και εξαντλημένων ανδρών, που να νομίζει ότι έβλεπε διάφορες μορφές, μέσα στην καταχνιά που θόλωνε την όρασή του. Οπότε το φαινόμενο δεν ήταν άλλο από μαζική υστερία.

Υπάρχει ωστόσο, μια πεζή ερμηνεία. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1914, ο Αρθουρ Μάχεν δημοσίευσε στην εφημερίδα Evening News μια λαϊκή φανταστική ιστορία «Οι Τοξότες», μέσα στην οποία διηγείτο πώς τα πνεύματα των Αγγλων τοξοτών, που είχαν πεθάνει στο Αζινκούρ, ήρθαν να σώσουν στριμωγμένους συμπατριώτες τους το 1914, εκτοξεύοντας τα στοιχειωμένα βέλη τους προς τους Γερμανούς που εφορμούσαν, σκοτώνοντάς τους χωρίς να αφήσουν τραύματα.

Ο Μάχεν περιέγραψε αυτούς τους τοξότες, να εμφανίζονται ανάμεσα στους δύο στρατούς, ως «μια μακριά γραμμή μορφών, με μια λαμπερή αύρα γύρω τους». Η λέξη «λαμπερή» ήταν μαγική. Μέσα σε λίγες ημέρες οι φανταστικοί τοξότες του Μάχεν είχαν εξελιχθεί σε πραγματικούς αγγέλους, και η φαντασία είχε μεταβληθεί σε γεγονός. Το ντύσιμό τους είχε γίνει ολόλευκο, τα τόξα τους είχαν μετατραπεί σε πύρινες ρομφαίες. Αυτό που είχε γραφτεί σαν φανταστική ιστορία, έφτασε να γίνει πιστευτό ως γεγονός. Ο Μάχεν, ο συγγραφέας, σάστισε από όλο αυτό, αλλά τον διαβεβαίωσαν, κυρίως οι κληρικοί, ότι είχε μια υπερβατική αντίληψη αυτού που είχε συμβεί στη Μονς: οι άγγελοι ήσαν αληθινοί και είχαν εμφανισθεί στον ουρανό, κοντά στη Μονς. Ηταν αντιπατριωτικό να αμφισβητηθεί.

Υπήρχαν και στρατιώτες που είχαν μιλήσει για την «αγαλλίασή» τους, κινούμενοι στην πρώτη γραμμή του μετώπου, για την αίσθηση ότι «η μάχη γινόταν απόξενα απόμακρη», και για μιαν αντίληψη ότι ήσαν «αήττητοι», σχεδόν σαν να είχαν «ξαναγεννηθεί».

Για απλούς, ακαλλιέργητους και αδαείς στρατιώτες που ποτέ δεν είχαν συλλογισθεί το οτιδήποτε σχετικά με τον Θεό ή τη θρησκεία, μια τέτοια εμπειρία ήταν κάτι το εντελώς καινούργιο και βαθύτατα εντυπωσιακό. Αυτό χαρακτηρίζεται από επιστήμονες ψυχολόγους ως φαινόμενο «μετατοπισμένου Χριστιανισμού».

(Πηγή: ΑΝΑΤΡΕΠΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, Εντ Ράυνερ & Ρον Στάπλεϋ, Εκδ. Ενάλιος)