Στο… ασπρόμαυρο Ford Cortina (λευκό αμάξωμα-μαύρη σκεπή) έξω από την «Αυτοκίνηση», η οποία βρισκόταν στον κολοφώνα της δόξας της, επιβιβάστηκαν έπειτα από κάμποσες ώρες γλεντιού (;) οι δύο φίλοι. Με οδηγό και συνοδηγό πάντοτε τα ίδια πρόσωπα. Είμαστε στα τέλη της αλλόκοτης δεκαετίας του ’80. Ανάμεσα σε πανάκριβα SUV, πολυτελείς κούρσες και σπορ αυτοκίνητα είμαι απολύτως βέβαιος πως περάσανε απαρατήρητοι. Το κλειδί είχε μπει ήδη στη μηχανή, όταν ακούστηκε ένας θόρυβος, κάποιος χτυπούσε το παράθυρο του συνοδηγού. Ο οδηγός έστρεψε με ενδιαφέρον και περιέργεια να δει ποιος ήταν αλλά ο συνοδηγός παρέμεινε ατάραχος στη θέα ενός ανθρώπου τύφλα στο μεθύσι. «Ωχου, πάμε να φύγουμε…», είπε με βαρεμάρα ο συνοδηγός αλλά ο οδηγός δεν τον άκουσε: «Ανοιξε το παράθυρο να δούμε τι θέλει…» ήταν η αντίδρασή του. Εν τω μεταξύ ο πιωμένος άνδρας με την παράξενη φορεσιά είχε πλησιάσει επικίνδυνα στο παράθυρο: «Μήπως πάτε Βριλήσσια;» ρώτησε, επιχειρώντας με δυσκολία να σταθεί όρθιος. «Οχι, πάμε αντίθετα» αποκρίθηκε ο οδηγός» ανοίγοντας ανούσιο διάλογο με τον μεθυσμένο. «Γιατί;» απάντησε ο άνδρας έξω από το αυτοκίνητο τρεκλίζοντας. «Τι γιατί βρε π@στη» είπε εκνευρισμένος ο συνοδηγός. Κάπου εκεί τελείωσε η σύντομη κουβέντα με τον άγνωστο τις πρώτες πρωινές ώρες. Ο οδηγός μάρσαρε και πάτησε γκάζι, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον καθρέφτη…

Το εν λόγω περιστατικό μοιάζει φαινομενικά παντελώς αδιάφορο και ήσσονος σημασίας. Αλλά νομίζω πως κάνετε λάθος. Η διαφορετική αντίδραση οδηγού-συνοδηγού είχε τα αίτιά της στο μακρινό παρελθόν των δύο φίλων και δημιουργούσε άλλες καταστάσεις για τον καθένα τους στο παρόν, προπάντων όμως προμήνυε και εντελώς αντίθετες προοπτικές για το άμεσο και το απώτερο μέλλον. Υπήρξε σε αυτές τις παράταιρες συμπεριφορές μια τεράστια απόσταση, αδιόρατη αν παρατηρούσες επιφανειακά τους δύο άνδρες της μετεφηβικής ηλικίας, που είχαν παραπλήσιο ντύσιμο και σχεδόν ίδιο χτένισμα. Και εκείνο που τους έστελνε με μαθηματική ακρίβεια σε δύο απέναντι όχθες του ποταμού της ζωής λεγόταν «συναισθηματική νοημοσύνη»-εντελώς ανεξάρτητη από τον δείκτη ευφυίας του καθενός τους.

Η τόσο αντίθετη αντιμετώπιση ενός κατά τα άλλα ασήμαντου περιστατικού πρόδιδε τις ιδιαίτερες αρχές που οι δύο φίλοι είχαν διδαχθεί στα σπίτια τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Προσέξτε όμως: Δεν μιλάμε για το καλό και το κακό, ούτε χωράνε εδώ μανιχαϊστικοί διαχωρισμοί. Το αυτοκίνητο δεν το πλησίασε κάποιος ρακένδυτος ζητιάνος για να κρίνουμε ηθικές και λιγότερο ηθικές συμπεριφορές. Ο συνοδηγός υποψιάστηκε αμέσως ότι ο μεθυσμένος άνδρας γύρω στις τέσσερις το πρωί δεν είχε τίποτα που θα δικαιολογούσε μια συνομιλία μαζί του, κάτι που ο οδηγός δεν αντιλήφθηκε άμεσα και σπατάλησε έστω κάποια δευτερόλεπτα από τη ζωή του σε μια αδιέξοδη και κουραστική συζήτηση δίχως το παραμικρό νόημα.

Υστερα από αυτή τη μακροσκελή εισαγωγή, μπορείτε άραγε να απαντήσετε ποιος από τους δύο (φιλόδοξους) φίλους τα πήγε καλύτερα στη ζωή του και ποιος πέτυχε τους στόχους του;

Είμαι η Ρολογιά και όσα διαβάσατε συνέβησαν στην πραγματικότητα.