Γεώργιος, Ζαχαρίας και Νικόλαος Βέργας

Κατάγονταν από τον Μοχό της πεδιάδας Ηρακλείου. Ο Γεώργιος πήγε από μικρός στην πόλη του Ηρακλείου. Καθώς όμως ήταν περήφανος, ατίθασος και γενναίος, δεν μπορούσε να ανεχθεί την κατάσταση που επικρατούσε εκεί. Ετσι, έπεισε και τα αδέρφια του να φύγουν από το νησί. Ο ίδιος με τον αδελφό του Νικόλαο πήγαν στη Μικρά Ασία και την Πόλη, ενώ ο μικρός Ζαχαρίας κατέληξε στην Υδρα, όπου και έπιασε δουλειά στα καράβια. Οταν ο Γεώργιος πληροφορήθηκε ότι ο Τούρκος αγάς Μοχογλού Αρίφ προσπάθησε να βιάσει την αδελφή του στο χωριό και, επειδή δεν το κατόρθωσε τη σκότωσε, επέστρεψε στην Κρήτη για να εκδικηθεί. Λέγεται ότι ήρθε στον Μοχό, ρώτησε τους γονείς του πού είχαν θάψει την αδελφή του και σε ποιο σημείο την είχαν πυροβολήσει. Στη συνέχει, την ξέθαψε, βρήκε τη σφαίρα, την έβαλε στο όπλο του και με αυτή σκότωσε τον Αρίφ. Εφυγε μετά, βρήκε τον Ζαχαρία και μαζί πήγαν στο Καστελλόριζο. Εκεί σκότωσαν τρεις Τούρκους Λαζούς σε συμπλοκή και αναγκάστηκαν να φύγουν για τον Τσεσμέ. Πάλι όμως μπλέχτηκαν σε καβγά, σκότωσαν δύο Τούρκους και κατέφυγαν στη Χίο. Εκεί συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις φυλακές του ναυπηγείου της Πόλης. Ο Ζαχαρίας κατάφερε να δραπετεύσει και επέστρεψε στην Υδρα. Δραστήριος όπως ήταν, έγινε καπετάνιος σε πειρατικό σκάφος. Τον έπιασε όμως ένα αγγλικό πολεμικό, τον μετέφερε στην Πόλη, όπου τον αναγνώρισαν και τον κρέμασαν.

Ο Γεώργιος δούλευε στα ναυπηγεία της Πόλης και, επειδή είχε τη συμπάθεια του καπουδάν πασά, γυρνούσε σχεδόν ελεύθερος στην Πόλη. Κάποτε μπλέχτηκε σε έναν καβγά, γιατί κινδύνευε από τους Τούρκους ένας χριστιανός από τη Μύκονο. Οταν ήρθε η αστυνομία, αμυνόμενος σκότωσε έναν λοχία. Επιβιβάστηκε στη συνέχεια σε ένα μανιάτικο πλοίο υπό ρωσική σημαία, έπλευσε μακριά για να γλυτώσει. Τελικά, έπειτα από διαβήματα στον Ρώσο πρεσβευτή, παραδόθηκε στους Τούρκους. Ο καπουδάν πασάς τον βοήθησε και πάλι να γλυτώσει. Κάποτε ζήτησε άδεια να πάει να δει τους γονείς του και του δόθηκε. Πέρασε πρώτα από την Υδρα, πήρε τον αδελφό του, έπλευσαν στην Κρήτη και κατέληξαν ένοπλοι στον Μοχό. Οι αρχές ζήτησαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Επειδή αυτοί αρνήθηκαν με διάφορες προφάσεις, έστειλαν μια ομάδα γενιτσάρων να τους συλλάβει ή να τους σκοτώσει. Ο επικεφαλής γενίτσαρος Ιμπραήμ Καπετανάκης τους ξεγέλασε και τους παρέσυρε μακριά σ’ ένα μετόχι, δήθεν για να διασκεδάσουν. Οταν όμως προσπάθησε να τους σκοτώσει, πρόλαβε και τον σκότωσε ο Γεώργιος. Χάρισε τη ζωή στον σκλάβο που τον συνόδευε και τον έστειλε όμως στον πασά για να διηγηθεί το περιστατικό.:

Κι ο αράπης ο κακόμοιρος έπεσε λιγωμένος,

να μην τον εσκοτώσουνε κι εκείνον τον καημένο.

«Σώπαιν’ αράπη, σώπαινε μα γω δε σε σκοτώνω,

μα θα σ’ αφήσω ζωντανό, να το δηγάσαι μόνο».

Ενας άλλος όμως γενίτσαρος σκότωσε τον Νικόλαο. Ακουσε τον πυροβολισμό ο Γεώργιος και έτρεξε. Ο φονιάς κλείστηκε στον πύργο του μετοχιού και δεν έβγαινε με τίποτα. Επειδή θα κατέφθαναν τουρκικές δυνάμεις, ο Γεώργιος αναγκάστηκε, αφού φίλησε το πτώμα του αδελφού του, να φύγει. Εξάλλου ήταν και τραυματισμένος στο πόδι. Πέρασε στη Σάμο κι εκεί άρχισε θεραπεία με έναν γιατρό από την Κεφαλονιά. Ωστόσο, οι συγγενείς του γενίτσαρου που σκότωσε, όταν έμαθαν πού βρισκόταν, πέρασαν στο Κουσάντασι και δωροδόκησαν τον γιατρό του να τον δηλητηριάσει. Ο γιατρός δέχτηκε και ο ήρωας του Μοχού και της Μεσσαράς πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους, το 1808.

*Χαΐνηδες ονομάζονταν στην Κρήτη οι ανυπόταχτοι χριστιανοί, οι οποίοι στην υπόλοιπη Ελλάδα ονομάζονταν «κλέφτες».

(Στοιχεία από το βιβλίο του Γ. Μ. Γρυντάκη «Ελλήνων επιφανών θάνατοι», εκδ. Σαββάλας)