Ο Θεοφάνης γεννήθηκε το 760[1] μ. Χ. στον Παρθένο Κόλπο της Κωνσταντινούπολης. Καταγόμενος από επιφανή οικογένεια[2], μόνασε στη μονή του Μεγάλου Αγρού, την οποία ο ίδιος ίδρυσε στο όρος Σιγριανή, νοτιοανατολικά της Προποντίδος[3].  Τάχθηκε υπέρ της εικονολατρίας όταν αυτή αναζωπυρώθηκε στα χρόνια του Λέοντος Ε’ και γι’αυτό τιμωρήθηκε με δύο χρόνια φυλάκιση και εξορία στη Σαμοθράκη, όπου πέθανε το 818[4]. Η εκκλησία τον κατέταξε στους ομολογητές αγίους της, γι’αυτό και ονομάστηκε Θεοφάνης ο Ομολογητής.  Η Χρονογραφία του αποτελεί πολύτιμη ιστορική πηγή τόσο για τα γεγονότα που συνέβησαν από τον 3ο έως τον 8ο αιώνα, όσο και για ορισμένες από τις ασθένειες εκείνης της εποχής και τα μέσα που χρησιμοποιούσαν για να τις θεραπεύσουν.

Μία από τις νόσους που αναφέρονται από τον Θεοφάνη είναι ο άνθρακας, δηλαδή ένα κακόηθες απόστημα[5]. To 775 ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Ε’ προσβλήθηκε από άνθρακα στα πόδια, ανέβασε υψηλό πυρετό και πέθανε[6], ενώ μετά από πέντε χρόνια, ο γιος του, Λέων Δ’, εμφάνισε στο κεφάλι του άνθρακα και ανεβάζοντας υψηλό πυρετό πέθανε[7].

Άλλη ασθένεια που αναφέρεται στη Χρονογραφία και σε πολλά άλλα μεσαιωνικά κείμενα[8] είναι η αρθρίτιδα. Ο Λέων ο Ιατροσοφιστής δίνει τον εξής ορισμό: Ἀρθρῖτις γίνεται, ὅταν φλέγμα μυξῶδες, ἢ χολὴἐπιῤῥεύσῃἐντοῖςσυνδέσμοιςτῶνἄρθρων, καὶεἰμὲνεἰςὅλατὰἄρθραγένηται, λέγεται ἀρθρῖτις, εἰδὲεἰςτοὺς πόδας, λέγεται ποδάγρα· εἰδὲεἰςτὴνκοτύλην, λέγεται ἰσχιάς[9]. Στη χρονογραφία του Θεοφάνους γίνεται αναφορά στην αρθρίτιδα των άνω και κάτω άκρων με τους όρους χειραλγία και ποδαλγία αντίστοιχα. Μάλιστα, από την τελευταία έπασχε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Δ'[10].

Ο ειλεός είναι το φράξιμο της εντερικής διόδου λόγω περιπλοκής των ελίκων, με αποτέλεσμα να ανάγεται κόπρος από τη στοματική κοιλότητα. Ο Θεοφάνης αναφέρει ότι ο Αναστάσιος, επίσκοπος της Κωνσταντινούπολης, πέθανε βγάζοντας κόπρο από το στόμα του, ως τιμωρία για τις αμαρτίες του[11].

Επιπλέον στη Χρονογραφία αναφέρονται ασθένειες όπως ο γιγαντισμός, η τερατογένεση, η λέπρα, ο λοιμός, η καρδιακή προσβολή, η κεφαλαλγία και η κίρρωση του ήπατος. Συγκεκριμένα για την τελευταία αρρώστια, αναφέρεται ότι λόγω άφθονης οινοποσίας ο βασιλιάς των Ούννων, Αττίλας, έβγαλε αίμα από τη μύτη και το στόμα και πέθανε[12].

Η μανία, όπως αναφέρει ο Λέων ο Ιατροσοφιστής, είναι σφοδροτάτη παραφροσύνη ὅτανκαὶἐπέρχωνται· ἔστιδὲὅτεκαὶ ξίφος λαβόντες ἢ ξύλον ἢ λίθον φονεύουσιτοὺς παρατυγχάνοντας[13].  Κατά τα έτη 710/711, ο βασιλιάς Ιουστινιανός Β’, εξαιτίας της συνωμοσίας που επιχείρησαν οι κάτοικοι της Χερσώνας εναντίον του, διέταξε  τον αφανισμό όλου του πληθυσμού. Εκείνοι επέλεξαν να μην πειράξουν τα παιδιά, λόγω της ηλικίας τους και για να αξιοποιηθούν ως σκλάβοι. Όταν το έμαθε ο Ιουστινιανός έστειλε στόλο για να φονεύσει και τα παιδιά! Όμως σφοδρή θαλασσοταραχή έπνιξε 73 χιλιάδες άνδρες. Τόσο μεγάλη ήταν η μανία του που αδιαφόρησε για τα θύματα και συνέχισε να απειλεί ότι θα στείλει κι άλλο στόλο, ενώ σκότωσε τα παιδιά του σπαθάριου Ηλία, στην αγκαλιά της μητέρας τους, επειδή ο τελευταίος στασίασε[14]. Σχετική αναφορά γίνεται και για τον  βασιλιά Κωνσταντίνο Ε’, ο οποίος κατελήφθη από σφοδρή μανία διαπράττοντας μια σειρά από ανόσιες πράξεις. Συγκεκριμένα, επέβαλε σε βασανιστήρια όσους άρχοντες προσκυνούσαν τις εικόνες, στηλίτευσε και ατίμασε το μοναχικό σχήμα στον Ιππόδρομο, καθώς διέταξε τους μοναχούς να παρελάσουν με γυναίκα, για να τους αποδοκιμάσει ο λαός. Σκότωσε πολλούς, άλλους τους τύφλωσε και άλλους τους εξόρισε[15].

Αρκετά συχνά στα βυζαντινά κείμενα διαβάζουμε για τη σήψη. Ο Θεοφάνης αναφέρει ότι ο Γαλέριος Μαξιμιανός επέβαλε τον διωγμό των Χριστιανών, για να αρπάξει τα υπάρχοντά τους. Για αυτήν του την αμαρτία επήλθε θεία τιμωρία και άρχισε να σαπίζει το σώμα του, ενώ η σήψη ξεκίνησε από τα γεννητικά του όργανα. Αφού κατάλαβε τα λάθη του, ζήτησε  από τους Χριστιανούς να προσεύχονται για αυτόν, ώστε να αναρρώσει. Όπως αναφέρει ο Θεοφάνης, οι προσευχές του εισακούστηκαν και ο Μαξιμιανός θεραπεύτηκε[16]. Στη συνέχεια, όμως, θέλησε να αιχμαλωτίσει τον Κωνσταντίνο, γι’ αυτό αρρώστησε πάλι, Σε ελεύθερη απόδοση, διαβάζουμε: Φλόγα έκαιγε τα σπλάχνα του, ενώ πόνοι αφόρητοι τον έκαναν να κείτεται στο πάτωμα. Μετά δυσκολίας ανέπνεε, ενώ ξεκολλούσε το δέρμα του, εξαιτίας του καψίματος των οστών. Αφού σάπισε ολόκληρο το σώμα, πέθανε[17].

Τέλος, γίνεται αναφορά στην επιληψία. Σύμφωνα με τον Λέοντα, επιληψία είναι ὅταν πεσών τις ἐξαίφνηςσπᾶταικαὶἀφρίζῃ, ὅπερ  λέγουσινοἱἰδιῶται δαίμονα καὶσεληνιασμόν· γίνεται δὲπάλινἐπὶἐμφράξειτῶνκοιλιῶντοῦἐγκεφάλουκαὶ συμβαίνει παιδίοιςμᾶλλον, καὶἐστὶνἀνίατονεἰμή που ἡλικίαπροκόπτουσα θεραπεύει τὸ πάθος[18].

Ο  Μωάμεθ, ο αρχηγός των Σαρακηνών και ψευδοπροφήτης, όπως τον χαρακτηρίζει ο Θεοφάνης, έπασχε από επιληψία. Συγκεκριμένα, ήταν φτωχός και επιληπτικός. Η γυναίκα που τον είχε στη δούλεψή της θεωρούσε την αρρώστια αυτή ντροπή, καθώς εκείνη ήταν ευγενής. Αυτός, προκειμένου να συνεχίσει να συναναστρέφεται μαζί της, έλεγε ότι έβλεπε συνέχεια ένα όραμα με τον άγγελο Γαβριήλ και επειδή δεν άντεχε στο φως λιποθυμούσε. Όμως εκείνη ρώτησε έναν αιρετικό μοναχό και αυτός για να την ικανοποιήσει της είπε ότι ο Μωάμεθ έλεγε την αλήθεια και ότι ο άγγελος απευθύνεται μόνο στους προφήτες[19].

Ολοκληρώνοντας, διαβάζοντας τον Θεοφάνη συμπεραίνουμε ότι οι Βυζαντινοί εκλάμβαναν την όποια ασθένεια  ως θεϊκή τιμωρία για τα αμαρτήματα του παρελθόντος. Η πίστη στον Θεό και η μετάνοια ήταν απαραίτητες για τη θεραπεία οποιασδήποτε ασθένειας.  Βότανα, δένδρα και ιαματικές πηγές θεωρούνταν τα μέσα εκείνα που, σε συνδυασμό με την πίστη στον Θεό, θα ιάτρευαν κάθε ασθένεια.

 

Βιβλιογραφία

1) Θεοφάνης ο Ομολογητής, Χρονογραφία, C. de Boor (εκδ.), I-II, Λειψία 1883.

2) Καρπόζηλος Α., Βυζαντινοί Ιστορικοί και Χρονογράφοι, τ. I, Αθήνα 1997-2002.

3) KazhdanΑ., The Oxford dictionary of Byzantium, τ. 1-3, Οξφόρδη, 1991.

4) ΛέωνοΙατροσοφιστής, Σύνοψιςιατρική, Ermerins F.Z. (εκδ.), Anecdota medica Graeca, Λάιντεν 1840.

5) ΠαύλοςΝικαίας, Περὶπολλῶντεκαὶποικίλων  γενομένωννοσημάτωνἀναριθμήτωντε  συμπτωμάτωνπερὶτὰἀνθρώπινασώματα, ποτὲμὲνἀπὸδιαφόρωνἀέρων, ποτὲδὲκαὶἀπ’ αὐτῶν, τῆςφύσεωςτῆςσυνεχούσηςτὸζῷονπανταχόθενἀναλυομένης, ἔτιδὲκαὶδιαίτηςκαὶτῶνποιοτήτωνὧνγεπροσφερομένων, εκδ. Α.-Μ. Ieraci-Bio, Paolo di NiceaManuale Medico, Νάπολη 1996.

6) Παπαδημητρίου Ν.,  Νοσήματα και ατυχήματα  στις αυτοκρατορικές οικογένειες του Βυζαντίου (324­1261) κατά τη βυζαντινή ιστοριογραφία,  Αθήνα 1996.

7) Δημήτριος Κωνσταντινοπολίτης, Σύνταγμα περί της ποδάγρας, Αθήνα 1909. 

[1] ODB, λ. Theophanes the Confessor,  2063.

[2] Οι γονείς του ονομάζονταν Ισαάκ και Θεοδότη. Βλ. Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία, 136.

[3]Hunger, 137.

[4]Hunger, 137.

[5] Παύλος Νικαίας, σ. 177, 90.

[6] Θεοφάνης ο Ομολογητής, Χρονογραφία, 448, 12-23.

[7] Θεοφάνης ο Ομολογητής, 453, 25-30.

[8] Βλ. Παπαδημητρίου, 27-47 και Λασκαράτος, 295-332.

[9] Λέων ο Ιατροσοφιστής, Σύνοψις ιατρική, σ. 209.

[10]Πρβλ. Κωνσταντινοπολίτης,  Σύνταγμα περί της ποδάγρας, Αθήνα 1909.

[11] Θεοφάνης ο Ομολογητής, 427, 25-28.

[12] Θεοφάνης  ο Ομολογητής, 108, 5-10.

[13] Λέων, Σύνοψις ιατρική, 121.

[14]Θεοφάνης ο Ομολογητής, 377, 20-381, 32.

[15]ό.π., 436, 26-439, 5.

[16] Θεοφάνης ο Ομολογητής, 12,24-13,9.

[17]ό.π., 15, 19-26.

[18] Λέων ο Ιατροσοφιστής, Σύνοψις ιατρική, 115.

[19] Θεοφάνης ο Ομολογητής, 333,1-334,27.

* Το παρόν κείμενο αποτελεί σύνοψη μεταπτυχιακής εργασίας που εκπονήθηκε στο ΕΚΠΑ, υπό την επίβλεψη του καθηγητή κ.  Ταξιάρχη Κόλια.

 

Ελισάβετ Πετρά