Από το ομώνυμο βιβλίο της Μ.Χ. Αναγνωστοπούλου με εικονογράφηση της ιδίας που απευθύνεται σε ηλικίες 4-7 ετών και δημοσιεύεται σε συνέχειες.

Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΒΟΡΕΙΟ ΣΕΛΑΣ

Την ίδια στιγμή ο μικρός Νικήτας βρισκόταν σε μια μακρινή χώρα που έκανε πολύ κρύο. Την έλεγαν Νορβηγία. Φορούσε χοντρά ρούχα, μπότες, σκουφί και κασκώλ ενώ τα ξαδέρφια του στην Ελλάδα έκαναν μπάνιο στη θάλασσα φορώντας μόνο το μαγιό τους.

Είχε βραδυάσει για τα καλά και ο ουρανός είχε γεμίσει με πράσινα, ροζ και κίτρινα χρώματα που πήγαιναν κι ερχόντουσαν σα φίδια από τη μια άκρη του ως την άλλη. Άλλα έσβηναν και άλλα γεννιόντουσαν. Ήταν καταπληκτικά. Τα κοίταζαν πολλή ώρα πάνω από τα κεφάλια τους χωρίς να μιλάνε, ο Νικήτας, η μαμά και ο μπαμπάς .

-«Γιατί είναι έτσι ο ουρανός;» ρώτησε.

-«Αυτό που βλέπουμε είναι το Βόρειο Σέλας» του είπε η μαμά. «Είμαστε πολύ τυχεροί που το βλέπουμε γιατί δε φαίνεται κάθε βράδυ ακόμη και εδώ. Από την Ελλάδα δε φαίνεται σχεδόν καθόλου».

-«Εδώ που ήρθαμε, είμαστε κοντά στη βόρεια άκρη της Γης και αυτό είναι σα μια πολύχρωμη κουβέρτα που φτιάχνει ο κρύος αέρας τη νύχτα για να σκεπαστεί» είπε ο μπαμπάς.

-«Για να μην κρυώνει» συμπλήρωσε ο Νικήτας.

Την άλλη μέρα πήγαν μια μεγάλη βόλτα. Έφθασαν σε μια πολυκατοικία χτισμένη όλη από χιόνι. Η μαμά είπε ότι είναι ξενοδοχείο από πάγο, δηλαδή εκεί μένουν άνθρωποι. Αλλά παρότι ήταν ωραίο, ο Νικήτας δε θα ήθελε να μείνουν εκεί. Θα έκανε πολύ κρύο. Του άρεσαν τα άλλα σπίτια σε αυτό το μέρος. Είχαν μυτερή σκεπή και ήταν βαμμένα σε ωραία χρώματα: κόκκινα, πράσινα, κίτρινα, πορτοκαλί, μπλε. Έμοιαζαν με τα σπιτάκια που έφτιαχνε με τα παιχνίδια του στο σπίτι.

Στην παράξενη αυτή χώρα, οι άνθρωποι έκαναν και έλκηθρο: δηλαδή κάθονταν σε μιαν άμαξα σκεπασμένοι με κουβέρτες και την άμαξα την έσερναν σκυλιά πάνω στο χιόνι.

Ο Νικήτας είχε πάρει μαζί του το μπλοκ ζωγραφικής και τις μπογιές του. Προσπαθούσε να ζωγραφίσει όλα τα καινούρια πράγματα που έβλεπε και να στείλει ζωγραφιές στις γιαγιάδες και τον παππού του στην Ελλάδα. Ανυπομονούσε να δεί τα ξαδέρφια του για να τους πεί για όλα τα παράξενα που έβλεπε: τον Πάρι, το Λουκά, τον Άρη και το Χρόνη.

Ζωγράφισε έναν τάρανδο, το ξενοδοχείο από πάγο, το Βόρειο Σέλας και τα χρωματιστά σπιτάκια. Ο μπαμπάς αγόρασε κάρτες και φακέλους. Ο Νικήτας και η μαμά διάλεξαν κάρτες και μαζί με τις ζωγραφιές του, τις έκλεισαν σε φακέλους, κόλλησαν απέξω γραμματόσημα και τις έδωσαν στο ταχυδρομείο για να τις στείλει σε αυτούς που αγαπούσαν στην Ελλάδα.

-«Οι κάρτες θα φθάσουν πρώτες στο σπίτι ή εμείς;» ρώτησε.

-«Θα περιμένουμε και θα δούμε» είπαν η μαμά και ο μπαμπάς γελώντας.

Μ. Χ. Αναγνωστοπούλου