Από το ομώνυμο βιβλίο της Μ.Χ. Αναγνωστοπούλου με εικονογράφηση της ιδίας που απευθύνεται σε ηλικίες 4-7 ετών και δημοσιεύεται σε συνέχειες.

Ο ΧΡΟΝΗΣ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ ΜΕ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ

Ο Χρόνης φορούσε μια καινούρια άσπρη μπλούζα και ένα μπλε παντελόνι. Ήταν καθισμένος στο αυτοκίνητό τους με το μπαμπά και τη μαμά. Οδηγούσε ο μπαμπάς και πήγαιναν στην Καλαμάτα. Του άρεσε να κοιτάζει από το παράθυρο τα σπίτια, τα δέντρα και τους ανθρώπους που έφευγαν όλοι προς τα πίσω. Αλλά πιο πολύ του άρεσε να βλέπει και να μετράει πόσα φορτηγά περνάνε, πόσες νταλίκες, πόσοι γερανοί, πόσα πούλμαν, πόσες μπουλντόζες.

Του άρεσαν και οι ταμπέλες με τα σήματα που έπρεπε να προσέχουν οι οδηγοί. Τα είχε μάθει όλα ρωτώντας τη μαμά του και του άρεσε να τα λέει όταν τα έβλεπε:

-«Αυτό είναι στοπ, αυτό λέει απαγορεύονται τα φορτηγά, αυτό το μπλε βέλος λέει ότι πρέπει να στρίψουμε δεξιά…..»

Του άρεσαν και τα φανάρια και ήθελε να τα βλέπει να αλλάζουν χρώμα από πράσινο σε πορτοκαλί και μετά σε κόκκινο. Και ύστερα, πάλι από την αρχή.

Στο δρόμο συνάντησαν τις γραμμές του τρένου και σταμάτησαν πριν το φανάρι που αναβόσβηνε και την κατεβασμένη μπάρα. Τότε είδε το τρένο να περνάει με θόρυβο, του κούνησε το χέρι και μέτρησε ένα-ένα τα βαγόνια όπως είχε μάθει να μετράει στο σχολείο.

-«Τέσσερα έχει!» φώναξε.

-«Μπράβο αγόρι μου» του χαμογέλασε η μαμά.

Τσαφ- τσουφ, τσαφ-τσουφ το τρένο περνά

Περνά, περνά ,περνά και σφυρά

Τουτουουουτ!!!

τραγούδησαν όλοι μαζί. Μετά ρώτησε:

-«Το τρένο πάει πιο γρήγορα ή εμείς;»

-«Το τρένο δε βρίσκει κίνηση στο δρόμο του και μπορεί να τρέξει πιο γρήγορα από εμάς αλλά πρέπει να κάνει πολλές στάσεις για να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν οι άνθρωποι. Έτσι, εμείς που δε χρειάζεται να σταματάμε, πάμε πιο γρήγορα εκεί που θέλουμε.

Στο δρόμο συνάντησαν ψηλά βουνά γεμάτα καταπράσινα δένδρα.

-«Τι δένδρα είναι αυτά μπαμπά;»

-«Αυτά είναι έλατα»

-«Τα κόβουν οι άνθρωποι;»

-«Δεν πρέπει να τα κόβουν παρά μόνο αν είναι μεγάλη ανάγκη. Τα δένδρα τα προστατεύουμε και φυτεύουμε και άλλα. Όταν φθάσουμε στο σπίτι της γιαγιάς θα βρούμε μικρά δενδράκια και θα σου δείξω πώς να φυτεύεις και σύ».

-«Ωραία!» χτύπησε τα χέρια του ενθουσιασμένος ο Χρόνης.

-«Σκάβουμε μια τρύπα στο χώμα και βάζουμε προσεκτικά το δενδράκι μέσα. Σα να είναι το κρεβάτι του, το σκεπάζουμε με χώμα για να μην κρυώνει. Μετά το ποτίζουμε για να μη διψάει. Ό,ποτε μπορούμε, πηγαίνουμε να βλέπουμε αν είναι καλά και αν χρειάζεται πότισμα. Αν πεινάει του βάζουμε κοπριά. Ο ήλιος του κάνει πολύ καλό που το ζεσταίνει. Σε όλα χρειάζεται ο ήλιος: στα δένδρα, στα ζώα και στους ανθρώπους».

Είδαν και μελίσσια: αυτά τα χρωματιστά σπιτάκια που μένουν οι μέλισσες και φτιάχνουν το μέλι.

Παρακάτω άκουσαν δυνατά «Μουουου, μουουου» και τότε είδαν κάτι τεράστιες ασπρόμαυρες αγελάδες να τους κοιτάζουν ήσυχα όπως περνούσαν από μπροστά τους με το αυτοκίνητο. Ένας γάιδαρος ακούστηκε να γκαρίζει από μακριά λες και απαντούσε στις αγελάδες στη δική του γλώσσα.

Όταν συναντούσαν σταθμούς του τρένου, στο Χρόνη άρεσε το πέτρινο σπιτάκι με τα κόκκινα κεραμίδια που έμενε ο σταθμάρχης. Του άρεσε και η σφυρίχτρα του.

-«Όταν μεγαλώσω θα γίνω σταθμάρχης» σκέφτηκε.

Τότε έφτασαν στο σπίτι της γιαγιάς και το ξέχασε για την ώρα.

Μόλις άρχιζαν οι διακοπές του και είχε σκοπό να περάσει ωραία.

Μ.Χ. Αναγνωστοπούλου