Από το ομώνυμο βιβλίο της Μ. Χ. Αναγνωστοπούλου με εικονογράφηση της ιδίας που απευθύνεται σε ηλικίες 4-7 ετών και δημοσιεύεται σε συνέχειες.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΝ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Τα παιδιά κάθονταν γύρω-γύρω στο χαλί και δεν καταλάβαιναν πού εξαφανίστηκαν όλα τα παιχνίδια τους.

-«Σήμερα θα παίξουμε ένα καινούριο παιχνίδι» λέει η μαμά του Χρόνη. Θα φτιάξετε παιχνίδια μόνοι σας από ό,τι βλέπετε γύρω σας στο σπίτι.

Σε λίγο ο Νικήτας άρχισε να βάζει κουτιά το ένα πάνω στο άλλο υψώνοντας έναν ουρανοξύστη.

Ο Πάρις πήρε πολλά μολύβια να τα βάλει στη σειρά:

-«Θα φτιάξω τις γραμμές του τρένου» είπε.

Ο Λουκάς πλησίασε μερικά πλαστικά μπουκαλάκια και άρχισε να τα τσουλάει σπρώχνοντάς τα με τα χέρια για να δεί πόσο μακριά θα φτάσουν.

Ο Άρης πήρε ένα χαρτί και άρχισε να το διπλώνει πολλές φορές. Ο Χρόνης τον ρώτησε:

-«Τι φτιάχνεις;»

-«Καράβι» είπε εκείνος. «Φέρε και συ χαρτί να φτιάξουμε δύο».

Τελικά έφτιαξαν εννέα καράβια και τα έβαλαν πάνω στο μπλε χαλάκι για να φαίνονται ότι πλέουν πάνω στη γαλάζια θάλασσα. Ολόκληρος στόλος.

Η μαμά του Άρη τους έφερε μια λεκάνη με αλεύρι και μια κανάτα με νερό. Άρχισε να ρίχνει λίγο-λίγο νερό μέσα στο αλεύρι και να το ζυμώνει με τα δάκτυλα ώσπου έγινε ζυμάρι. Τους είπε να πάνε να πλύνουν καλά τα χέρια τους και να ξανάρθουν. Έτσι και έκαναν. Έφτιαξε δώδεκα μπάλες από ζυμάρι και έδωσε από δύο σε κάθε παιδί. Πήρε τη μια από τις δύο που έμειναν και έφτιαξε ένα στρογγυλό κεφάλι που του πρόσθεσε πόδια , χέρια και μάτια! Με την άλλη μπάλα έφτιαξε ένα αυτοκίνητο με τέσσερις ρόδες.

Τα παιδιά εντυπωσιάστηκαν. Άρχισαν να φτιάχνουν και αυτά δικά τους πράγματα. Ο Άρης έφτιαξε μολύβια. Ο Χρόνης τα βαγόνια ενός τρένου. Ο Λουκάς μια φραντζόλα ψωμί. Ο Πάρις ένα ποδήλατο. Ο Νικήτας τρία μπαλόνια δεμένα μαζί. Τα έδωσαν στη θεία Μάνια και αυτή τα έβαλε στο ταψί και αυτό στο φούρνο. Όταν ψήθηκαν, τους έριξαν από πάνω μέλι ή μαρμελάδα και τα έφαγαν γλύφοντας τα δάκτυλά τους γιατί έγιναν πολύ νόστιμα. Μιαμ!

Μετά από λίγο ήρθε ο μπαμπάς του Νικήτα και έπαιξαν όλοι μαζί το Παιχνίδι Των Ερωτήσεων:

-«Ποιο ζώο αρχίζει από γα;»

-«Ποιο λεωφορείο είναι κίτρινο;»

-«Τι μέρα έχουμε σήμερα;»

Τα παιδιά απαντούσαν χαρούμενα και όταν εύρισκαν τη σωστή απάντηση έσκαγαν στα γέλια: -«Η γάτα!»,-«Το σχολικό!»,-«Κυριακή!»

Αργότερα έφαγαν το μεσημεριανό τους φαγητό και ξάπλωσαν να ξεκουραστούν.

Το απόγευμα η θεία Νίκη και η θεία Τασία τους έδειξαν πώς να φτιάχνουν δώρα: σε άσπρες κάρτες ζωγράφισαν λουλούδια, καρδούλες, αυτοκίνητα, σπίτια, παιδάκια. Σε άλλες κάρτες κόλλησαν φασόλια, μακαρόνια ή κουμπιά και έφτιαξαν ανθρώπους, δένδρα, βουνά και άλλα. Εκείνο που τους άρεσε πιο πολύ ήταν η κάρτα με το ζωγραφισμένο πρόβατο που κόλλησαν στην πλάτη του βαμβάκι και έμοιαζε σαν αληθινό. Ειδικά όταν η θεία Τασία βέλαζε: Μεεεεε, μεεεε…

Προς το βράδυ, με τη βοήθεια του θείου Γιάννη και του θείου Νώντα έφτιαξαν ένα χάρτη: ζωγράφισαν με καφέ χρώμα τα βουνά και τα νησιά και με μπλε τη λίμνη, το ποτάμι και τη θάλασσα. Έβαλαν πράσινα δένδρα και ένα κατακίτρινο ήλιο. Έφτιαξαν ένα γκρι δρόμο και μια στρογγυλή πλατεία. Εκεί περίμενε ένα κόκκινο λεωφορείο να ανεβούν τα παιδάκια για να τα πάει βόλτα.

Αυτό το λεωφορείο είδαν και στον ύπνο τους όταν έπεσαν κατάκοπα στα κρεβατάκια τους. Στο όνειρό τους ταξίδεψαν μέσα σε καταπράσινα δάση και σε καταγάλανες θάλασσες. Όλη η παρέα.

Μ. Χ. Αναγνωστοπούλου