Ο Αντώνης Μακρυγιάννης ή Κατσαντώνης, λέγεται ότι καταγόταν από το χωριό Μαραθός της Ηπείρου. Πιθανή χρονολογία γέννησής του είναι το 1777. Είχε τρεις αδελφούς τους Κούτσικο, Χασιώτη και Λεπενιώτη και μία αδελφή την Κατερίνα. Η οικογένειά του ήταν εύπορη, με τα δεδομένα της εποχής. Οταν ήταν 25 ετών κατηγορήθηκε για ζωοκλοπή, από κάποιον μπουλούκμπαση (αρχηγό μικρού στρατιωτικού σώματος). Ο Αλή πασάς διέταξε τη σύλληψή του και οδηγήθηκε στις φυλακές Ιωαννίνων. Χρειάστηκε να καταβληθούν πολλά χρήματα για την απελευθέρωσή του. Ο Κατσαντώνης, θέλοντας να ξεπλύνει τη ντροπή, σκότωσε τον μπουλούκμπαση και έφυγε φυγόδικος στα βουνά.

Μαζί με δέκα συγχωριανούς του, εντάχθηκε στην ομάδα του Δίπλα. Εχοντας την υποστήριξη των αδελφών του Λεπενιώτη και Χασιώτη, αύξησε τη δύναμή του και απόκτησε δικό του ασκέρι. Η δράση του περιλάμβανε ληστείες κατά των φοροεισπρακτόρων και επιθέσεις κατά των στρατιωτικών μονάδων του Αλή πασά. Δρούσε κυρίως στα Αγραφα, στον Βάλτο, στο Ξηρομέρι, αλλά και σε άλλες περιοχές. Ο Αλή πασάς, εκτός από το κυνηγητό που εξαπέλυσε κατά του Κατσαντώνη, συνέλαβε και τους γονείς του, οι οποίοι πέθαναν στη φυλακή από τα βασανιστήρια, και δήμευσε όλη την οικογενειακή του περιουσία. Ο Κατσαντώνης διψούσε για εκδίκηση και έγινε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Ανάμεσα στις πολλές νίκες του είναι και ο θάνατος του Βεληγκέκα, του γνωστότερου δερβέναγα του Αλή πασά.

Το 1807, έγινε σύναξη όλων των Καπεταναίων στη Λευκάδα, παρουσία του Καποδίστρια, του στρατηγού του ρωσικού στρατού Εμμανουήλ Παπαδόπουλου και του Δεσπότη Ναυπακτίας Ιγνατίου, όπου ο Κατσαντώνης ανακηρύχθηκε παμφηφεί αρχηγός όλων των κλεφτών. Στα 1808 Κατσαντώνης αρρώστησε από τις κακουχίες, πήγε στη Λευκάδα για να θεραπευθεί, αλλά όταν επέστρεψε στα Αγραφα, προσβλήθηκε από τύφο ή ευλογιά και, εξαντλημένος, παρέδωσε την αρχηγεία στον αδελφό του Λεπενιώτη. Ο ίδιος αποσύρθηκε τελικά σε κάποιο σπήλαιο της Ακαρνανίας, πάνω από το χωριό Μοναστηράκι των Αγράφων. Για προστασία του, είχε τον αδελφό του Χασιώτη και πέντε άντρες.

Εμεινε στη σπηλιά για έναν περίπου μήνα. Ενα πρωινό διηγήθηκε στον αδελφό του και τους άντρες που τον φύλαγαν, ότι ονειρεύτηκε πως προσπάθησε να περάσει ένα ποτάμι θολό και αιματοβαμμένο, αλλά δεν το κατόρθωσε. Πριν ολοκληρώσει τη διήγηση, βρέθηκε περικυκλωμένος από 400 Τουρκαλβανούς, με αρχηγό τον Αγο Μουχουρτάρη. Προδόθηκε από κάποιον γνωστό του. Στη μάχη που ακολούθησε, σκοτώθηκαν οι άντρες του Καπετάνιου και συνελήφθη ο ίδιος και ο αδελφός του.

Ο Αλή πασάς, μόλις αντίκρισε τον Κατσαντώνη είπε: «Είναι κρίμα να σκοτωθεί τέτοιο παλικάρι» και τον έκλεισε στη φυλακή μαζί με τον αδελφό του. Οι συγγενείς του Βεληγκέκα όμως καθώς και οι συγγενείς των δερβεναγάδων που είχε σκοτώσει ο Κατσαντώνης ζητούσαν εκδίκηση. Ετσι, την παραμονή του Πάσχα του 1809, τους μετέφεραν στην κεντρική πλατεία των Ιωαννίνων, κάτω από έναν πλάτανο. Εκεί, μετά από φρικτά βασανιστήρια, που κράτησαν όλη τη νύχτα, τους κρέμασαν από τον πλάτανο.

Μετά τον θάνατο του Κατσαντώνη, διάφοροι θρύλοι άρχισαν να κυκλοφορούν σχετικά με τους θησαυρούς που είχε κρυμμένους, οι οποίοι προέρχονταν από τις πολυάριθμες ληστείες και λαφυραγωγήσεις που είχε διαπράξει. Λέγεται ότι και ο Αλή πασάς είχε προτείνει στον Κατσαντώνη να του χαρίσει τη ζωή, με αντάλλαγμα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσόν, αλλά πως αυτό δεν στάθηκε δυνατό, γιατί ο Κατσαντώνης είχε ξοδέψει όλα του τα χρήματα για τη συντήρηση των αντρών του.

Υπάρχει ένας θρύλος που λέει ότι, αφού βασάνισαν τον Καπετάνιο για να μαρτυρήσει πού έκρυψε τους θησαυρούς του, χωρίς αποτέλεσμα, τον άκουσαν να λέει: «έρμα γρόσια, έρμα γρόσια». Η φράση αυτή έμεινε στην ιστορία, χωρίς ωστόσο να έχει επιβεβαιωθεί.

Σύμφωνα με άλλον θρύλο, ο Κατσαντώνης, την ώρα που ξεψυχούσε είπε: «Να πείτε στη γυναίκα και στον γιο μου, να μου χαιρετάν τον πλάτανο». Αυτό στάθηκε αιτία να πιστέψουν όλοι ότι είχε κρύψει τους θησαυρούς του σε κάποιον πλάτανο, γνωστό στους έμπιστούς του. Αυτόν τον περιβόητο πλάτανο, τον ψάχνουν ακόμη οι θησαυροθήρες.

Αλλά είναι ιστορικά πλέον βέβαιο, ότι ο Κατσαντώνης δεν παντρεύτηκε ποτέ. Συνεπώς η φράση «χαιρέτα μου τον πλάτανο» πρέπει να αποδίδεται λανθασμένα σ’ αυτόν.

Αλλη εκδοχή είναι ότι όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός έδωσε στις 25 Μαρτίου 1821, το σύνθημα της Εθνικής Εξέγερσης, κρέμασε κατόπιν το Λάβαρο σε έναν πλάτανο, στην αυλή της Αγίας Λαύρας. Από τότε, όταν κανείς πήγαινε εκεί για συνεννοήσεις, του έλεγαν «χαιρέτα μας τον πλάτανο».

Τελικά, είχε ο Κατσαντώνης κρυμμένους θησαυρούς ή όλα είναι ένας μύθος; Ακόμη και αν διέθετε μεγάλο μέρος των χρημάτων που αποκόμιζε από τις λαφυραγωγήσεις και τις ληστείες στους άντρες του, σίγουρα θα διατηρούσε και κάποιο ταμείο για ασφάλεια. Η σπηλιά στην οποία τον συνέλαβαν ψάχτηκε πολύ καλά από τους Τούρκους, χωρίς να βρεθεί το παραμικρό. Η ιστορία επίσης για τον πλάτανο αποδεικνύεται ένας μύθος. Συνεπώς, τα μέχρι τώρα γνωστά στοιχεία δεν είναι ικανά να μας πληροφορήσουν για τον τόπο και τον τρόπο που έκρυψε το ταμείο του ο Κατσαντώνης. Αυτό μπορεί να βρεθεί μόνο τυχαία.

(Πηγή: Αναζητώντας Θρυλικούς Θησαυρούς, Ιωάννης Μπαϊμπάκης, Εκδ. Λεξίτυπον)