Ολόρθον τότε μ’ έδεσαν οι ναύτες στο κατάρτι,
χέρια και πόδια, κι έσφιξαν απάνω του τις άκρες.
Κάθισαν πάλι κι άφριζε το κύμα απ’ τα κουπιά τους.

Οδύσσεια: Ραψωδία –Μ-178-180

****

Έζησα ναυαγός στο Βράχο που χωρίζει

τη γαλήνη του Χτες απ’ την αντάρα του Απείρου.

Τράφηκα  με το αλάτι

από τα δάκρυα γενεών που έχουν περάσει

και με ανθούς απ’ τις ελπίδες των παιδιών,

χωρίς να μιλώ, κι ας με προκαλούσε ο Ουρανός,

τη μέρα  καίγοντάς με με τον  Ήλιο,

τη νύχτα θέτοντας αινίγματα με τ’ άστρα …

Χώρος για όνειρα στο Βράχο δεν υπήρχε,

ούτε φωλιές για τα στριγγόλαλα θαλασσοπούλια.

Οι αποστάσεις μίκραιναν με την ολοήμερη σκέψη

κι η μοναξιά υπαγόρευε λύση των προβλημάτων.

Ο Θάνατος τελείωνε στο σύνορο της Ζωής.

Η θάλασσα του Χτες κι η θάλασσα του Απείρου

ανήκανε στο ίδιο Αρχιπέλαγος.

Τα ποτάμια του ιδρώτα λίπαιναν τα φύκια,

οι πολύβουες σημαίες λέκιαζαν την ιστορία,

και τα παιδιά έφταναν μ’ ένα αστέρι στη χούφτα τους

πρόθυμα να τ’ αλλάξουν με μια πάνινη κούκλα …

Κι εγώ έζησα ναυαγός στο Βράχο,

κολυμπώντας με τα χέρια μου στο Χρόνο,

ενάντια στο ρεύμα της Σκύλλας και τη χοάνη της Χάρυβδης,

βλέποντας τις Σειρήνες να φτάνουν στο επόμενο κύμα

και ν’ απομακρύνονται ξανά μες τον αφρό του …

Και σ’  απόσταση, πέρα απ’ τον ορίζοντα,

πέρα απ’ το βλέμμα και το σύνορο της ζωής μου

κωπηλατούσαν ασυγκίνητοι ναύτες του Οδυσσέα.

Ψυχροί κάτω από το Σέλλας της Αλήθειας,

με την ακοή κερωμένη στο κάλεσμα της Ζωής,

με τον Οδυσσέα μόνον ελεύθερο να βλέπει και ν ‘ακούει

αλλά δεμένο στο κατάρτι το πλωριό,

ανίκανο κι αυτόν να κινηθεί …

Κώστας Μπιζάνος

12.4.2020