Χτές το βράδυ σ’ονειρεύτηκα, καλή μου…

Είδα πως έφτιαξα για σέναν ένα κήπο

και συνάθροισα –τάχατες- μέσα

δέντρα και κύματα, στοχασμούς και πεταλούδες,

ήχους και δεντρολίβανο κι αγάπη,

γέλιο παιδιών, δάκρυα δροσιάς και λούλουδα,

-λουλούδια όλων των ειδών- κι ελπίδες

και με δεμάτια ηλιαχτίδες τονε σκέπασα.

 Είδα πως έγνεσα στη ρόκα της Ζωής μου

ελπίδες κι όνειρα μαζί –λεπτή κλωστούλα-

κι ύφανα –λέει- στον αργαλειό της ένα απλάδι

που τό’λουσε ο Ήλιος κι η Σελήνη

και τό’βαψε η θάλασσα γαλάζιο

για να το κάμω φορεσιά…

 Κι όταν η νύχτα έπεσε και θέλησα

να μπώ στον κήπο αυτό, ντυμένος τη στολή μου,

είδα πως είχε γίνει εκκλησιά

και μέσα της η Παναγιά, παιδούλα,

στόλιζε τα μαλλάκια σου μ’ αστέρια…

Κώστας Μπιζάνος